헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διακλύζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διακλύζω διακλύσω

형태분석: δια (접두사) + κλύζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 날려버리다, 목욕시키다, 씻기다
  1. to wash, wash out

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακλύζω

(나는) 날려버린다

διακλύζεις

(너는) 날려버린다

διακλύζει

(그는) 날려버린다

쌍수 διακλύζετον

(너희 둘은) 날려버린다

διακλύζετον

(그 둘은) 날려버린다

복수 διακλύζομεν

(우리는) 날려버린다

διακλύζετε

(너희는) 날려버린다

διακλύζουσιν*

(그들은) 날려버린다

접속법단수 διακλύζω

(나는) 날려버리자

διακλύζῃς

(너는) 날려버리자

διακλύζῃ

(그는) 날려버리자

쌍수 διακλύζητον

(너희 둘은) 날려버리자

διακλύζητον

(그 둘은) 날려버리자

복수 διακλύζωμεν

(우리는) 날려버리자

διακλύζητε

(너희는) 날려버리자

διακλύζωσιν*

(그들은) 날려버리자

기원법단수 διακλύζοιμι

(나는) 날려버리기를 (바라다)

διακλύζοις

(너는) 날려버리기를 (바라다)

διακλύζοι

(그는) 날려버리기를 (바라다)

쌍수 διακλύζοιτον

(너희 둘은) 날려버리기를 (바라다)

διακλυζοίτην

(그 둘은) 날려버리기를 (바라다)

복수 διακλύζοιμεν

(우리는) 날려버리기를 (바라다)

διακλύζοιτε

(너희는) 날려버리기를 (바라다)

διακλύζοιεν

(그들은) 날려버리기를 (바라다)

명령법단수 διακλύζε

(너는) 날려버려라

διακλυζέτω

(그는) 날려버려라

쌍수 διακλύζετον

(너희 둘은) 날려버려라

διακλυζέτων

(그 둘은) 날려버려라

복수 διακλύζετε

(너희는) 날려버려라

διακλυζόντων, διακλυζέτωσαν

(그들은) 날려버려라

부정사 διακλύζειν

날려버리는 것

분사 남성여성중성
διακλυζων

διακλυζοντος

διακλυζουσα

διακλυζουσης

διακλυζον

διακλυζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακλύζομαι

(나는) 날려버려진다

διακλύζει, διακλύζῃ

(너는) 날려버려진다

διακλύζεται

(그는) 날려버려진다

쌍수 διακλύζεσθον

(너희 둘은) 날려버려진다

διακλύζεσθον

(그 둘은) 날려버려진다

복수 διακλυζόμεθα

(우리는) 날려버려진다

διακλύζεσθε

(너희는) 날려버려진다

διακλύζονται

(그들은) 날려버려진다

접속법단수 διακλύζωμαι

(나는) 날려버려지자

διακλύζῃ

(너는) 날려버려지자

διακλύζηται

(그는) 날려버려지자

쌍수 διακλύζησθον

(너희 둘은) 날려버려지자

διακλύζησθον

(그 둘은) 날려버려지자

복수 διακλυζώμεθα

(우리는) 날려버려지자

διακλύζησθε

(너희는) 날려버려지자

διακλύζωνται

(그들은) 날려버려지자

기원법단수 διακλυζοίμην

(나는) 날려버려지기를 (바라다)

διακλύζοιο

(너는) 날려버려지기를 (바라다)

διακλύζοιτο

(그는) 날려버려지기를 (바라다)

쌍수 διακλύζοισθον

(너희 둘은) 날려버려지기를 (바라다)

διακλυζοίσθην

(그 둘은) 날려버려지기를 (바라다)

복수 διακλυζοίμεθα

(우리는) 날려버려지기를 (바라다)

διακλύζοισθε

(너희는) 날려버려지기를 (바라다)

διακλύζοιντο

(그들은) 날려버려지기를 (바라다)

명령법단수 διακλύζου

(너는) 날려버려져라

διακλυζέσθω

(그는) 날려버려져라

쌍수 διακλύζεσθον

(너희 둘은) 날려버려져라

διακλυζέσθων

(그 둘은) 날려버려져라

복수 διακλύζεσθε

(너희는) 날려버려져라

διακλυζέσθων, διακλυζέσθωσαν

(그들은) 날려버려져라

부정사 διακλύζεσθαι

날려버려지는 것

분사 남성여성중성
διακλυζομενος

διακλυζομενου

διακλυζομενη

διακλυζομενης

διακλυζομενον

διακλυζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακλύσω

(나는) 날려버리겠다

διακλύσεις

(너는) 날려버리겠다

διακλύσει

(그는) 날려버리겠다

쌍수 διακλύσετον

(너희 둘은) 날려버리겠다

διακλύσετον

(그 둘은) 날려버리겠다

복수 διακλύσομεν

(우리는) 날려버리겠다

διακλύσετε

(너희는) 날려버리겠다

διακλύσουσιν*

(그들은) 날려버리겠다

기원법단수 διακλύσοιμι

(나는) 날려버리겠기를 (바라다)

διακλύσοις

(너는) 날려버리겠기를 (바라다)

διακλύσοι

(그는) 날려버리겠기를 (바라다)

쌍수 διακλύσοιτον

(너희 둘은) 날려버리겠기를 (바라다)

διακλυσοίτην

(그 둘은) 날려버리겠기를 (바라다)

복수 διακλύσοιμεν

(우리는) 날려버리겠기를 (바라다)

διακλύσοιτε

(너희는) 날려버리겠기를 (바라다)

διακλύσοιεν

(그들은) 날려버리겠기를 (바라다)

부정사 διακλύσειν

날려버릴 것

분사 남성여성중성
διακλυσων

διακλυσοντος

διακλυσουσα

διακλυσουσης

διακλυσον

διακλυσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακλύσομαι

(나는) 날려버려지겠다

διακλύσει, διακλύσῃ

(너는) 날려버려지겠다

διακλύσεται

(그는) 날려버려지겠다

쌍수 διακλύσεσθον

(너희 둘은) 날려버려지겠다

διακλύσεσθον

(그 둘은) 날려버려지겠다

복수 διακλυσόμεθα

(우리는) 날려버려지겠다

διακλύσεσθε

(너희는) 날려버려지겠다

διακλύσονται

(그들은) 날려버려지겠다

기원법단수 διακλυσοίμην

(나는) 날려버려지겠기를 (바라다)

διακλύσοιο

(너는) 날려버려지겠기를 (바라다)

διακλύσοιτο

(그는) 날려버려지겠기를 (바라다)

쌍수 διακλύσοισθον

(너희 둘은) 날려버려지겠기를 (바라다)

διακλυσοίσθην

(그 둘은) 날려버려지겠기를 (바라다)

복수 διακλυσοίμεθα

(우리는) 날려버려지겠기를 (바라다)

διακλύσοισθε

(너희는) 날려버려지겠기를 (바라다)

διακλύσοιντο

(그들은) 날려버려지겠기를 (바라다)

부정사 διακλύσεσθαι

날려버려질 것

분사 남성여성중성
διακλυσομενος

διακλυσομενου

διακλυσομενη

διακλυσομενης

διακλυσομενον

διακλυσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διέκλυζον

(나는) 날려버리고 있었다

διέκλυζες

(너는) 날려버리고 있었다

διέκλυζεν*

(그는) 날려버리고 있었다

쌍수 διεκλύζετον

(너희 둘은) 날려버리고 있었다

διεκλυζέτην

(그 둘은) 날려버리고 있었다

복수 διεκλύζομεν

(우리는) 날려버리고 있었다

διεκλύζετε

(너희는) 날려버리고 있었다

διέκλυζον

(그들은) 날려버리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεκλυζόμην

(나는) 날려버려지고 있었다

διεκλύζου

(너는) 날려버려지고 있었다

διεκλύζετο

(그는) 날려버려지고 있었다

쌍수 διεκλύζεσθον

(너희 둘은) 날려버려지고 있었다

διεκλυζέσθην

(그 둘은) 날려버려지고 있었다

복수 διεκλυζόμεθα

(우리는) 날려버려지고 있었다

διεκλύζεσθε

(너희는) 날려버려지고 있었다

διεκλύζοντο

(그들은) 날려버려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 날려버리다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION