헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἁλμυρός

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἁλμυρός

어원: a(/lmh

  1. 쓴, 씁쓸한, 쓴 맛의, 쌉쌀한
  1. salt, briny
  2. salt, brackish
  3. bitter, distasteful, bitterly

예문

  • κλείετε δ’ ἀθανάτων ἱερὸν γένοσ αἰὲν ἐόντων, οἳ Γῆσ τ’ ἐξεγένοντο καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντοσ, Νυκτόσ τε δνοφερῆσ, οὕσ θ’ ἁλμυρὸσ ἔτρεφε Πόντοσ. (Hesiod, Theogony, Book Th. 12:2)

    (헤시오도스, 신들의 계보, Book Th. 12:2)

  • ὑμεῖσ μὲν νῦν χαίρετ’, Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντεσ, νῆσοί τ’ ἤπειροί τε καὶ ἁλμυρὸσ ἔνδοθι πόντοσ. (Hesiod, Theogony, Book Th. 103:1)

    (헤시오도스, 신들의 계보, Book Th. 103:1)

  • εἰ γλυκὺσ χυμὸσ ἐὼν μεταβάλλοι ἐσ ἄλλο εἶδοσ, μὴ ἀπὸ συγκρήσιοσ, ἀλλὰ αὐτὸσ ἐξιστάμενοσ, ποῖόσ τισ ἂν πρῶτοσ γένοιτο, πικρὸσ ἢ ἁλμυρὸσ ἢ στρυφνὸσ ἢ ὀξύσ; (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, , xxiv.3)

    (히포크라테스, Hippocrates Collected Works I, , xxiv.3)

  • ῥεῖ δὲ καὶ ποταμὸσ ἐκ τῆσ λίμνησ, τὰ μὲν πρὸσ αὐτῇ τῇ λίμνῃ βοσκήμασιν ὕδωρ ἐπιτήδειον παρεχόμενοσ, κατὰ δὲ τὴν ἐκβολὴν τὴν ἐσ τὸ πέλαγοσ ἁλμυρὸσ ἤδη γίνεται καὶ ἰχθύων τῶν θαλασσίων πλήρησ. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 32 12:4)

    (파우사니아스, Description of Greece, , chapter 32 12:4)

유의어

  1. salt

  2. salt

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION