Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀκρατής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀκρατής ἀκρατές

Structure: ἀκρατη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: a_priv, kra/tos

Sense

  1. powerless, impotent
  2. not having power or command over, intemperate in the use of
  3. without command over, incontinent
  4. immoderate

Examples

  • Εἰδέναι δὲ τοὺσ κεφαλαλγικοὺσ ἐκ γυμνασίων ἢ δρόμων ἢ πορειῶν ἢ κυνηγεσίων ἢ ἄλλου τινὸσ πόνου ἀκαίρου, ἢ ἐξ ἀφροδισίων, τοὺσ ἀχρόουσ, τοὺσ βραγχαλέουσ, τοὺσ σπληνώδεασ, τοὺσ λειφαίμουσ, τοὺσ πνευματώδεασ, τοὺσ ξηρὰ βήσσοντασ καὶ διψώδεασ, τοὺσ φυσώδεασ, φλεβῶν ἀπολήψιασ, ἐντεταμένουσ ὑποχόνδρια καὶ πλευρὰ καὶ μετάφρενον, τοὺσ ἀπονεναρκωμένουσ, καὶ ἀμαυρὰ βλέποντασ, καὶ οἷσιν ἦχοι τῶν οὐάτων ἐμπίπτουσι, καὶ τῆσ οὐρήθρησ ἀκρατέωσ διακειμένουσ, τοὺσ ἰκτεριώδεασ, καὶ ὧν αἱ κοιλίαι ὠμὰ ἐκβάλλουσι, καὶ αἱμοῤῬαγέοντασ ἐκ Ῥινὸσ ἢ καθ’ ἕδρην σφοδρῶσ, ἢν ἐν ἐμφυσήμασιν ἐώσιν, ἢ πόνοσ αὐτοῖσιν ἐπιτρέχῃ σφοδρὸσ, καὶ μὴ ἐπικρατέωσιν‧ τῶν τοιῶνδε μηδένα φαρμακεύειν‧ κίνδυνόν τε γὰρ ἕξει, καὶ οὐδὲν ὀνήσεισ, τάσ τε ἀπὸ ταὐτομάτου ἀπαλλάξιασ καὶ κρίσιασ ἀφαιρήσεισ. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 23.1)

Synonyms

  1. immoderate

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION