Ancient Greek-English Dictionary Language

στίζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: στίζω

Structure: στίζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: the Root is STIG, cf. e)/stigmai, stigmh/, etc.

Sense

  1. I mark.

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στίζω στίζεις στίζει
Dual στίζετον στίζετον
Plural στίζομεν στίζετε στίζουσιν*
SubjunctiveSingular στίζω στίζῃς στίζῃ
Dual στίζητον στίζητον
Plural στίζωμεν στίζητε στίζωσιν*
OptativeSingular στίζοιμι στίζοις στίζοι
Dual στίζοιτον στιζοίτην
Plural στίζοιμεν στίζοιτε στίζοιεν
ImperativeSingular στίζε στιζέτω
Dual στίζετον στιζέτων
Plural στίζετε στιζόντων, στιζέτωσαν
Infinitive στίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
στιζων στιζοντος στιζουσα στιζουσης στιζον στιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular στίζομαι στίζει, στίζῃ στίζεται
Dual στίζεσθον στίζεσθον
Plural στιζόμεθα στίζεσθε στίζονται
SubjunctiveSingular στίζωμαι στίζῃ στίζηται
Dual στίζησθον στίζησθον
Plural στιζώμεθα στίζησθε στίζωνται
OptativeSingular στιζοίμην στίζοιο στίζοιτο
Dual στίζοισθον στιζοίσθην
Plural στιζοίμεθα στίζοισθε στίζοιντο
ImperativeSingular στίζου στιζέσθω
Dual στίζεσθον στιζέσθων
Plural στίζεσθε στιζέσθων, στιζέσθωσαν
Infinitive στίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
στιζομενος στιζομενου στιζομενη στιζομενης στιζομενον στιζομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. I mark

Derived

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION