헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνεπιλαμβάνομαι

비축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνεπιλαμβάνομαι

형태분석: συνεπιλαμβάν (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. ~에 접촉해 있다, 뛰어오르다, 뿌리다, ~에 원인이 있다, 심다, ~에 앉다, ~로 이루어져 있다
  2. 참가하다
  1. to take part in together, have a share in, partake in, to take part with or assist, in, to contribute towards increasing
  2. to take the part of
  3. to take part with

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεπιλαμβάνομαι

(나는) ~에 접촉해 있는다

συνεπιλαμβάνει, συνεπιλαμβάνῃ

(너는) ~에 접촉해 있는다

συνεπιλαμβάνεται

(그는) ~에 접촉해 있는다

쌍수 συνεπιλαμβάνεσθον

(너희 둘은) ~에 접촉해 있는다

συνεπιλαμβάνεσθον

(그 둘은) ~에 접촉해 있는다

복수 συνεπιλαμβανόμεθα

(우리는) ~에 접촉해 있는다

συνεπιλαμβάνεσθε

(너희는) ~에 접촉해 있는다

συνεπιλαμβάνονται

(그들은) ~에 접촉해 있는다

접속법단수 συνεπιλαμβάνωμαι

(나는) ~에 접촉해 있자

συνεπιλαμβάνῃ

(너는) ~에 접촉해 있자

συνεπιλαμβάνηται

(그는) ~에 접촉해 있자

쌍수 συνεπιλαμβάνησθον

(너희 둘은) ~에 접촉해 있자

συνεπιλαμβάνησθον

(그 둘은) ~에 접촉해 있자

복수 συνεπιλαμβανώμεθα

(우리는) ~에 접촉해 있자

συνεπιλαμβάνησθε

(너희는) ~에 접촉해 있자

συνεπιλαμβάνωνται

(그들은) ~에 접촉해 있자

기원법단수 συνεπιλαμβανοίμην

(나는) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

συνεπιλαμβάνοιο

(너는) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

συνεπιλαμβάνοιτο

(그는) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

쌍수 συνεπιλαμβάνοισθον

(너희 둘은) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

συνεπιλαμβανοίσθην

(그 둘은) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

복수 συνεπιλαμβανοίμεθα

(우리는) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

συνεπιλαμβάνοισθε

(너희는) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

συνεπιλαμβάνοιντο

(그들은) ~에 접촉해 있기를 (바라다)

명령법단수 συνεπιλαμβάνου

(너는) ~에 접촉해 있어라

συνεπιλαμβανέσθω

(그는) ~에 접촉해 있어라

쌍수 συνεπιλαμβάνεσθον

(너희 둘은) ~에 접촉해 있어라

συνεπιλαμβανέσθων

(그 둘은) ~에 접촉해 있어라

복수 συνεπιλαμβάνεσθε

(너희는) ~에 접촉해 있어라

συνεπιλαμβανέσθων, συνεπιλαμβανέσθωσαν

(그들은) ~에 접촉해 있어라

부정사 συνεπιλαμβάνεσθαι

~에 접촉해 있는 것

분사 남성여성중성
συνεπιλαμβανομενος

συνεπιλαμβανομενου

συνεπιλαμβανομενη

συνεπιλαμβανομενης

συνεπιλαμβανομενον

συνεπιλαμβανομενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσυνεπιλαμβανόμην

(나는) ~에 접촉해 있고 있었다

ἐσυνεπιλαμβάνου

(너는) ~에 접촉해 있고 있었다

ἐσυνεπιλαμβάνετο

(그는) ~에 접촉해 있고 있었다

쌍수 ἐσυνεπιλαμβάνεσθον

(너희 둘은) ~에 접촉해 있고 있었다

ἐσυνεπιλαμβανέσθην

(그 둘은) ~에 접촉해 있고 있었다

복수 ἐσυνεπιλαμβανόμεθα

(우리는) ~에 접촉해 있고 있었다

ἐσυνεπιλαμβάνεσθε

(너희는) ~에 접촉해 있고 있었다

ἐσυνεπιλαμβάνοντο

(그들은) ~에 접촉해 있고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὁ δὲ τήν τε ἄλλην καλοκαγαθίαν τοῦ ἀνδρὸσ εἰδὼσ καὶ τῆσ τότε παρουσίασ ἀγάμενοσ λέγει τὰ περὶ τὸν Σίκιννον αὐτῷ καὶ παρεκάλει τῶν Ἑλλήνων συνεπιλαμβάνεσθαι καὶ συμπροθυμεῖσθαι πίστιν ἔχοντα μᾶλλον, ὅπωσ ἐν τοῖσ στενοῖσ ναυμαχήσωσιν. (Plutarch, , chapter 12 6:3)

    (플루타르코스, , chapter 12 6:3)

  • ἀμέλει δὲ καὶ κακῶσ λεγόντων ἑτέρων συνεπιλαμβάνεσθαι εἴπασ· (Theophrastus, Characters, 3:4)

    (테오프라스토스, Characters, 3:4)

  • καὶ τοῖσ μὲν ἱππεῦσι παρήγγειλεν, ἐπειδὰν ἴδωσι τοὺσ πεζοὺσ ὡρμημένουσ, διαβῆναι τὸν ποταμὸν καὶ τὸ πεδίον καθιππάζεσθαι, κἂν μὲν ὁρῶσι τοὺσ ἰδίουσ προτεροῦντασ, συνεπιλαμβάνεσθαι τῆσ μάχησ, ἂν δ’ ἐλαττωμένουσ, δέχεσθαι τοὺσ θλιβομένουσ· (Diodorus Siculus, Library, book xiii, chapter 109 6:1)

    (디오도로스 시켈로스, Library, book xiii, chapter 109 6:1)

  • οἱ δὲ περὶ τὸν Μάθω συντελεσάμενοι τὰ προειρημένα παραυτίκα μὲν ἐξαπέστελλον πρέσβεισ ἐπὶ τὰσ κατὰ τὴν Λιβύην πόλεισ, παρακαλοῦντεσ ἐπὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ δεόμενοι σφίσι βοηθεῖν καὶ συνεπιλαμβάνεσθαι τῶν πραγμάτων. (Polybius, Histories, book 1, chapter 70 8:1)

    (폴리비오스, Histories, book 1, chapter 70 8:1)

  • παρακαλῶν αὐτὸν βοηθεῖν καὶ συνεπιλαμβάνεσθαι τοῦ καιροῦ, σαφῶσ γινώσκοντα διότι Καρχηδονίων κρατησάντων δύναται διαφυλάττειν τὴν ἀρχήν, Ῥωμαίων δ’ ἐκνικησάντων καὶ τῷ βίῳ κινδυνεύσει διὰ τὴν Μασαννάσου φιλαρχίαν. (Polybius, Histories, book 15, chapter 3 6:1)

    (폴리비오스, Histories, book 15, chapter 3 6:1)

유의어

  1. 참가하다

  2. to take part with

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION