Ancient Greek-English Dictionary Language

συμπράσσω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συμπράσσω συμπράξω

Structure: συμπράσς (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to join or help in doing, to assist, in procuring, to help in negotiating, to act with, cooperate with
  2. to lend aid, cooperate, the confederates
  3. to share in
  4. to assist in avenging

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπράσσω συμπράσσεις συμπράσσει
Dual συμπράσσετον συμπράσσετον
Plural συμπράσσομεν συμπράσσετε συμπράσσουσιν*
SubjunctiveSingular συμπράσσω συμπράσσῃς συμπράσσῃ
Dual συμπράσσητον συμπράσσητον
Plural συμπράσσωμεν συμπράσσητε συμπράσσωσιν*
OptativeSingular συμπράσσοιμι συμπράσσοις συμπράσσοι
Dual συμπράσσοιτον συμπρασσοίτην
Plural συμπράσσοιμεν συμπράσσοιτε συμπράσσοιεν
ImperativeSingular σύμπρασσε συμπρασσέτω
Dual συμπράσσετον συμπρασσέτων
Plural συμπράσσετε συμπρασσόντων, συμπρασσέτωσαν
Infinitive συμπράσσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπρασσων συμπρασσοντος συμπρασσουσα συμπρασσουσης συμπρασσον συμπρασσοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπράσσομαι συμπράσσει, συμπράσσῃ συμπράσσεται
Dual συμπράσσεσθον συμπράσσεσθον
Plural συμπρασσόμεθα συμπράσσεσθε συμπράσσονται
SubjunctiveSingular συμπράσσωμαι συμπράσσῃ συμπράσσηται
Dual συμπράσσησθον συμπράσσησθον
Plural συμπρασσώμεθα συμπράσσησθε συμπράσσωνται
OptativeSingular συμπρασσοίμην συμπράσσοιο συμπράσσοιτο
Dual συμπράσσοισθον συμπρασσοίσθην
Plural συμπρασσοίμεθα συμπράσσοισθε συμπράσσοιντο
ImperativeSingular συμπράσσου συμπρασσέσθω
Dual συμπράσσεσθον συμπρασσέσθων
Plural συμπράσσεσθε συμπρασσέσθων, συμπρασσέσθωσαν
Infinitive συμπράσσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπρασσομενος συμπρασσομενου συμπρασσομενη συμπρασσομενης συμπρασσομενον συμπρασσομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to share in

  2. to assist in avenging

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION