헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμφιλονεικέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμφιλονεικέω συμφιλονεικήσω

형태분석: συμ (접두사) + φιλονεικέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to take part in a dispute with, side with
  2. to join in a disputation

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφιλονείκω

συμφιλονείκεις

συμφιλονείκει

쌍수 συμφιλονείκειτον

συμφιλονείκειτον

복수 συμφιλονείκουμεν

συμφιλονείκειτε

συμφιλονείκουσιν*

접속법단수 συμφιλονείκω

συμφιλονείκῃς

συμφιλονείκῃ

쌍수 συμφιλονείκητον

συμφιλονείκητον

복수 συμφιλονείκωμεν

συμφιλονείκητε

συμφιλονείκωσιν*

기원법단수 συμφιλονείκοιμι

συμφιλονείκοις

συμφιλονείκοι

쌍수 συμφιλονείκοιτον

συμφιλονεικοίτην

복수 συμφιλονείκοιμεν

συμφιλονείκοιτε

συμφιλονείκοιεν

명령법단수 συμφιλονεῖκει

συμφιλονεικεῖτω

쌍수 συμφιλονείκειτον

συμφιλονεικεῖτων

복수 συμφιλονείκειτε

συμφιλονεικοῦντων, συμφιλονεικεῖτωσαν

부정사 συμφιλονείκειν

분사 남성여성중성
συμφιλονεικων

συμφιλονεικουντος

συμφιλονεικουσα

συμφιλονεικουσης

συμφιλονεικουν

συμφιλονεικουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφιλονείκουμαι

συμφιλονείκει, συμφιλονείκῃ

συμφιλονείκειται

쌍수 συμφιλονείκεισθον

συμφιλονείκεισθον

복수 συμφιλονεικοῦμεθα

συμφιλονείκεισθε

συμφιλονείκουνται

접속법단수 συμφιλονείκωμαι

συμφιλονείκῃ

συμφιλονείκηται

쌍수 συμφιλονείκησθον

συμφιλονείκησθον

복수 συμφιλονεικώμεθα

συμφιλονείκησθε

συμφιλονείκωνται

기원법단수 συμφιλονεικοίμην

συμφιλονείκοιο

συμφιλονείκοιτο

쌍수 συμφιλονείκοισθον

συμφιλονεικοίσθην

복수 συμφιλονεικοίμεθα

συμφιλονείκοισθε

συμφιλονείκοιντο

명령법단수 συμφιλονείκου

συμφιλονεικεῖσθω

쌍수 συμφιλονείκεισθον

συμφιλονεικεῖσθων

복수 συμφιλονείκεισθε

συμφιλονεικεῖσθων, συμφιλονεικεῖσθωσαν

부정사 συμφιλονείκεισθαι

분사 남성여성중성
συμφιλονεικουμενος

συμφιλονεικουμενου

συμφιλονεικουμενη

συμφιλονεικουμενης

συμφιλονεικουμενον

συμφιλονεικουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφιλονεικήσω

συμφιλονεικήσεις

συμφιλονεικήσει

쌍수 συμφιλονεικήσετον

συμφιλονεικήσετον

복수 συμφιλονεικήσομεν

συμφιλονεικήσετε

συμφιλονεικήσουσιν*

기원법단수 συμφιλονεικήσοιμι

συμφιλονεικήσοις

συμφιλονεικήσοι

쌍수 συμφιλονεικήσοιτον

συμφιλονεικησοίτην

복수 συμφιλονεικήσοιμεν

συμφιλονεικήσοιτε

συμφιλονεικήσοιεν

부정사 συμφιλονεικήσειν

분사 남성여성중성
συμφιλονεικησων

συμφιλονεικησοντος

συμφιλονεικησουσα

συμφιλονεικησουσης

συμφιλονεικησον

συμφιλονεικησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμφιλονεικήσομαι

συμφιλονεικήσει, συμφιλονεικήσῃ

συμφιλονεικήσεται

쌍수 συμφιλονεικήσεσθον

συμφιλονεικήσεσθον

복수 συμφιλονεικησόμεθα

συμφιλονεικήσεσθε

συμφιλονεικήσονται

기원법단수 συμφιλονεικησοίμην

συμφιλονεικήσοιο

συμφιλονεικήσοιτο

쌍수 συμφιλονεικήσοισθον

συμφιλονεικησοίσθην

복수 συμφιλονεικησοίμεθα

συμφιλονεικήσοισθε

συμφιλονεικήσοιντο

부정사 συμφιλονεικήσεσθαι

분사 남성여성중성
συμφιλονεικησομενος

συμφιλονεικησομενου

συμφιλονεικησομενη

συμφιλονεικησομενης

συμφιλονεικησομενον

συμφιλονεικησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to take part in a dispute with

  2. to join in a disputation

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION