Ancient Greek-English Dictionary Language

προσσημαίνω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: προσσημαίνω προσσημανῶ

Structure: προς (Prefix) + σημαίν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to connote

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσσημαίνω προσσημαίνεις προσσημαίνει
Dual προσσημαίνετον προσσημαίνετον
Plural προσσημαίνομεν προσσημαίνετε προσσημαίνουσιν*
SubjunctiveSingular προσσημαίνω προσσημαίνῃς προσσημαίνῃ
Dual προσσημαίνητον προσσημαίνητον
Plural προσσημαίνωμεν προσσημαίνητε προσσημαίνωσιν*
OptativeSingular προσσημαίνοιμι προσσημαίνοις προσσημαίνοι
Dual προσσημαίνοιτον προσσημαινοίτην
Plural προσσημαίνοιμεν προσσημαίνοιτε προσσημαίνοιεν
ImperativeSingular προσσήμαινε προσσημαινέτω
Dual προσσημαίνετον προσσημαινέτων
Plural προσσημαίνετε προσσημαινόντων, προσσημαινέτωσαν
Infinitive προσσημαίνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσσημαινων προσσημαινοντος προσσημαινουσα προσσημαινουσης προσσημαινον προσσημαινοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσσημαίνομαι προσσημαίνει, προσσημαίνῃ προσσημαίνεται
Dual προσσημαίνεσθον προσσημαίνεσθον
Plural προσσημαινόμεθα προσσημαίνεσθε προσσημαίνονται
SubjunctiveSingular προσσημαίνωμαι προσσημαίνῃ προσσημαίνηται
Dual προσσημαίνησθον προσσημαίνησθον
Plural προσσημαινώμεθα προσσημαίνησθε προσσημαίνωνται
OptativeSingular προσσημαινοίμην προσσημαίνοιο προσσημαίνοιτο
Dual προσσημαίνοισθον προσσημαινοίσθην
Plural προσσημαινοίμεθα προσσημαίνοισθε προσσημαίνοιντο
ImperativeSingular προσσημαίνου προσσημαινέσθω
Dual προσσημαίνεσθον προσσημαινέσθων
Plural προσσημαίνεσθε προσσημαινέσθων, προσσημαινέσθωσαν
Infinitive προσσημαίνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσσημαινομενος προσσημαινομενου προσσημαινομενη προσσημαινομενης προσσημαινομενον προσσημαινομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION