헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παραρρήγνυμι

-νυμι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παραρρήγνυμι παραρρήξω

형태분석: παραρρήγνυ (어간) + μι (인칭어미)

  1. 깨지다, 부수다, 꺾다, 터뜨리다
  2. 깨지다
  1. to break at the side, to break, to be broken
  2. to break or burst at the side
  3. broken

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραρρήγνυμι

(나는) 깨진다

παράρρηγνυς

(너는) 깨진다

παραρρήγνυσιν*

(그는) 깨진다

쌍수 παραρρήγνυτον

(너희 둘은) 깨진다

παραρρήγνυτον

(그 둘은) 깨진다

복수 παραρρήγνυμεν

(우리는) 깨진다

παραρρήγνυτε

(너희는) 깨진다

παραρρηγνύᾱσιν*

(그들은) 깨진다

접속법단수 παραρρηγνύω

(나는) 깨지자

παραρρηγνύῃς

(너는) 깨지자

παραρρηγνύῃ

(그는) 깨지자

쌍수 παραρρηγνύητον

(너희 둘은) 깨지자

παραρρηγνύητον

(그 둘은) 깨지자

복수 παραρρηγνύωμεν

(우리는) 깨지자

παραρρηγνύητε

(너희는) 깨지자

παραρρηγνύωσιν*

(그들은) 깨지자

기원법단수 παραρρηγνύοιμι

(나는) 깨지기를 (바라다)

παραρρηγνύοις

(너는) 깨지기를 (바라다)

παραρρηγνύοι

(그는) 깨지기를 (바라다)

쌍수 παραρρηγνύοιτον

(너희 둘은) 깨지기를 (바라다)

παραρρηγνυοίτην

(그 둘은) 깨지기를 (바라다)

복수 παραρρηγνύοιμεν

(우리는) 깨지기를 (바라다)

παραρρηγνύοιτε

(너희는) 깨지기를 (바라다)

παραρρηγνύοιεν

(그들은) 깨지기를 (바라다)

명령법단수 παράρρηγνυ

(너는) 깨져라

παραρρηγνύτω

(그는) 깨져라

쌍수 παραρρήγνυτον

(너희 둘은) 깨져라

παραρρηγνύτων

(그 둘은) 깨져라

복수 παραρρήγνυτε

(너희는) 깨져라

παραρρηγνύντων

(그들은) 깨져라

부정사 παραρρηγνύναι

깨지는 것

분사 남성여성중성
παραρρηγνῡς

παραρρηγνυντος

παραρρηγνῡσα

παραρρηγνῡσης

παραρρηγνυν

παραρρηγνυντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραρρήγνυμαι

παραρρήγνυσαι

παραρρήγνυται

쌍수 παραρρήγνυσθον

παραρρήγνυσθον

복수 παραρρηγνύμεθα

παραρρήγνυσθε

παραρρήγνυνται

접속법단수 παραρρηγνύωμαι

παραρρηγνύῃ

παραρρηγνύηται

쌍수 παραρρηγνύησθον

παραρρηγνύησθον

복수 παραρρηγνυώμεθα

παραρρηγνύησθε

παραρρηγνύωνται

기원법단수 παραρρηγνυοίμην

παραρρηγνύοιο

παραρρηγνύοιτο

쌍수 παραρρηγνύοισθον

παραρρηγνυοίσθην

복수 παραρρηγνυοίμεθα

παραρρηγνύοισθε

παραρρηγνύοιντο

명령법단수 παραρρήγνυσο

παραρρηγνύσθω

쌍수 παραρρήγνυσθον

παραρρηγνύσθων

복수 παραρρήγνυσθε

παραρρηγνύσθων

부정사 παραρρήγνυσθαι

분사 남성여성중성
παραρρηγνυμενος

παραρρηγνυμενου

παραρρηγνυμενη

παραρρηγνυμενης

παραρρηγνυμενον

παραρρηγνυμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραρρήξω

(나는) 깨지겠다

παραρρήξεις

(너는) 깨지겠다

παραρρήξει

(그는) 깨지겠다

쌍수 παραρρήξετον

(너희 둘은) 깨지겠다

παραρρήξετον

(그 둘은) 깨지겠다

복수 παραρρήξομεν

(우리는) 깨지겠다

παραρρήξετε

(너희는) 깨지겠다

παραρρήξουσιν*

(그들은) 깨지겠다

기원법단수 παραρρήξοιμι

(나는) 깨지겠기를 (바라다)

παραρρήξοις

(너는) 깨지겠기를 (바라다)

παραρρήξοι

(그는) 깨지겠기를 (바라다)

쌍수 παραρρήξοιτον

(너희 둘은) 깨지겠기를 (바라다)

παραρρηξοίτην

(그 둘은) 깨지겠기를 (바라다)

복수 παραρρήξοιμεν

(우리는) 깨지겠기를 (바라다)

παραρρήξοιτε

(너희는) 깨지겠기를 (바라다)

παραρρήξοιεν

(그들은) 깨지겠기를 (바라다)

부정사 παραρρήξειν

깨질 것

분사 남성여성중성
παραρρηξων

παραρρηξοντος

παραρρηξουσα

παραρρηξουσης

παραρρηξον

παραρρηξοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραρρήξομαι

παραρρήξει, παραρρήξῃ

παραρρήξεται

쌍수 παραρρήξεσθον

παραρρήξεσθον

복수 παραρρηξόμεθα

παραρρήξεσθε

παραρρήξονται

기원법단수 παραρρηξοίμην

παραρρήξοιο

παραρρήξοιτο

쌍수 παραρρήξοισθον

παραρρηξοίσθην

복수 παραρρηξοίμεθα

παραρρήξοισθε

παραρρήξοιντο

부정사 παραρρήξεσθαι

분사 남성여성중성
παραρρηξομενος

παραρρηξομενου

παραρρηξομενη

παραρρηξομενης

παραρρηξομενον

παραρρηξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπαράρρηγνυν

(나는) 깨지고 있었다

ἐπαράρρηγνυς

(너는) 깨지고 있었다

ἐπαράρρηγνυν*

(그는) 깨지고 있었다

쌍수 ἐπαραρρήγνυτον

(너희 둘은) 깨지고 있었다

ἐπαραρρηγνύτην

(그 둘은) 깨지고 있었다

복수 ἐπαραρρήγνυμεν

(우리는) 깨지고 있었다

ἐπαραρρήγνυτε

(너희는) 깨지고 있었다

ἐπαραρρήγνυσαν

(그들은) 깨지고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπαραρρηγνύμην

ἐπαραρρηγνύου, ἐπαραρρήγνυσο

ἐπαραρρήγνυτο

쌍수 ἐπαραρρήγνυσθον

ἐπαραρρηγνύσθην

복수 ἐπαραρρηγνύμεθα

ἐπαραρρήγνυσθε

ἐπαραρρήγνυντο

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 깨지다

  2. to break or burst at the side

  3. 깨지다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION