Ancient Greek-English Dictionary Language

οὖλος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: οὖλος οὖλη οὖλον

Structure: οὐλ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: = o)lo/s

Sense

  1. destructive, baneful

Examples

  • καὶ γὰρ Πλάτων τοὺσ τοιούτουσ ἐπαινεῖ, δεινοῖσ ἀκοντισταῖσ ἐοικέναι λέγων, οὖλα καὶ πυκνὰ καὶ συνεστραμμένα φθεγγομένουσ. (Plutarch, De garrulitate, section 17 1:1)
  • καὶ γὰρ Πλάτων τοὺσ τοιούτουσ ἐπαινεῖ, δεινοῖσ ἀκοντισταῖσ ἐοικέναι λέγων, οὖλα καὶ πυκνὰ καὶ συνεστραμμένα φθεγγομένουσ. (Plutarch, De garrulitate, section 17 1:1)
  • πολλὰ δὲ κάγκανα κᾶλα κατουδαίῳ ἐνὶ βόθρῳ οὖλα λαβὼν ἐπέθηκεν ἐπηετανά· (Anonymous, Homeric Hymns, 12:12)
  • ὥσπερ σέλινον οὖλα τὰ σκέλη φορεῖ. (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 11 13:5)
  • ὥσπερ σέλινον οὖλα τὰ σκέλη φορεῖν, "ᾠήθησ δ’ ἂν οὐ σκέλη ἀλλὰ σέλινα ἔχειν, οὕτωσ οὖλα" . (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 11 15:5)

Synonyms

  1. destructive

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION