Ancient Greek-English Dictionary Language

κωμικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κωμικός κωμική κωμικόν

Structure: κωμικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

Examples

  • οὕτωσ οὐδὲ ἡ κωμικὴ χάρισ ἀπηξίωσεν οὐδὲ ἀπέκλεισε τῆσ σκηνῆσ τὸ τῆσ μυίασ ὄνομα, οὐδ’ οἱ γονεῖσ ᾐδοῦντο τὰσ θυγατέρασ οὕτω καλοῦντεσ. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 11:2)
  • καὶ πάντα ταῦτα εἷσ ἄνθρωπόσ ἐστιν, τὰ μὲν οὖν ἄλλα θεάματα καὶ ἀκούσματα ἑνὸσ ἑκάστου ἔργου τὴν ἐπίδειξιν ἔχει ἢ γὰρ αὐλόσ ἐστιν ἢ κιθάρα ἢ διὰ φωνῆσ μελῳδία ἢ τραγικὴ δραματουργία ἢ κωμικὴ γελωτοποιία· (Lucian, De saltatione, (no name) 67:7)
  • τρεῖσ δ’ εἰσὶ τῆσ σκηνικῆσ ποιήσεωσ ὀρχήσεισ, τραγική, κωμική, σατυρική, ὁμοίωσ δὲ καὶ τῆσ λυρικῆσ ποιήσεωσ τρεῖσ, πυρρίχη, γυμνοπαιδική, ὑπορχηματική. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 28 2:7)
  • ἡ δ’ ὑπορχηματικὴ τῇ κωμικῇ οἰκειοῦται ἥτισ καλεῖται κόρδαξ· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 28 4:3)
  • τῷ γε εἴδει, ὡσ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ποιητικῇ ἡ τραγικὴ καὶ ἡ κωμική, καὶ ἐν τῇ πεζῇ ἡ ἱστορικὴ καὶ ἡ δικανική. (Strabo, Geography, book 1, chapter 2 12:6)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION