헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καταπενθέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καταπενθέω καταπενθήσω

형태분석: κατα (접두사) + πενθέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 슬퍼하다, 애도하다, 비통해하다
  1. to mourn for, bewail

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταπενθῶ

(나는) 슬퍼한다

καταπενθεῖς

(너는) 슬퍼한다

καταπενθεῖ

(그는) 슬퍼한다

쌍수 καταπενθεῖτον

(너희 둘은) 슬퍼한다

καταπενθεῖτον

(그 둘은) 슬퍼한다

복수 καταπενθοῦμεν

(우리는) 슬퍼한다

καταπενθεῖτε

(너희는) 슬퍼한다

καταπενθοῦσιν*

(그들은) 슬퍼한다

접속법단수 καταπενθῶ

(나는) 슬퍼하자

καταπενθῇς

(너는) 슬퍼하자

καταπενθῇ

(그는) 슬퍼하자

쌍수 καταπενθῆτον

(너희 둘은) 슬퍼하자

καταπενθῆτον

(그 둘은) 슬퍼하자

복수 καταπενθῶμεν

(우리는) 슬퍼하자

καταπενθῆτε

(너희는) 슬퍼하자

καταπενθῶσιν*

(그들은) 슬퍼하자

기원법단수 καταπενθοῖμι

(나는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταπενθοῖς

(너는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταπενθοῖ

(그는) 슬퍼하기를 (바라다)

쌍수 καταπενθοῖτον

(너희 둘은) 슬퍼하기를 (바라다)

καταπενθοίτην

(그 둘은) 슬퍼하기를 (바라다)

복수 καταπενθοῖμεν

(우리는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταπενθοῖτε

(너희는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταπενθοῖεν

(그들은) 슬퍼하기를 (바라다)

명령법단수 καταπένθει

(너는) 슬퍼해라

καταπενθείτω

(그는) 슬퍼해라

쌍수 καταπενθεῖτον

(너희 둘은) 슬퍼해라

καταπενθείτων

(그 둘은) 슬퍼해라

복수 καταπενθεῖτε

(너희는) 슬퍼해라

καταπενθούντων, καταπενθείτωσαν

(그들은) 슬퍼해라

부정사 καταπενθεῖν

슬퍼하는 것

분사 남성여성중성
καταπενθων

καταπενθουντος

καταπενθουσα

καταπενθουσης

καταπενθουν

καταπενθουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταπενθοῦμαι

(나는) 슬퍼된다

καταπενθεῖ, καταπενθῇ

(너는) 슬퍼된다

καταπενθεῖται

(그는) 슬퍼된다

쌍수 καταπενθεῖσθον

(너희 둘은) 슬퍼된다

καταπενθεῖσθον

(그 둘은) 슬퍼된다

복수 καταπενθούμεθα

(우리는) 슬퍼된다

καταπενθεῖσθε

(너희는) 슬퍼된다

καταπενθοῦνται

(그들은) 슬퍼된다

접속법단수 καταπενθῶμαι

(나는) 슬퍼되자

καταπενθῇ

(너는) 슬퍼되자

καταπενθῆται

(그는) 슬퍼되자

쌍수 καταπενθῆσθον

(너희 둘은) 슬퍼되자

καταπενθῆσθον

(그 둘은) 슬퍼되자

복수 καταπενθώμεθα

(우리는) 슬퍼되자

καταπενθῆσθε

(너희는) 슬퍼되자

καταπενθῶνται

(그들은) 슬퍼되자

기원법단수 καταπενθοίμην

(나는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταπενθοῖο

(너는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταπενθοῖτο

(그는) 슬퍼되기를 (바라다)

쌍수 καταπενθοῖσθον

(너희 둘은) 슬퍼되기를 (바라다)

καταπενθοίσθην

(그 둘은) 슬퍼되기를 (바라다)

복수 καταπενθοίμεθα

(우리는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταπενθοῖσθε

(너희는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταπενθοῖντο

(그들은) 슬퍼되기를 (바라다)

명령법단수 καταπενθοῦ

(너는) 슬퍼되어라

καταπενθείσθω

(그는) 슬퍼되어라

쌍수 καταπενθεῖσθον

(너희 둘은) 슬퍼되어라

καταπενθείσθων

(그 둘은) 슬퍼되어라

복수 καταπενθεῖσθε

(너희는) 슬퍼되어라

καταπενθείσθων, καταπενθείσθωσαν

(그들은) 슬퍼되어라

부정사 καταπενθεῖσθαι

슬퍼되는 것

분사 남성여성중성
καταπενθουμενος

καταπενθουμενου

καταπενθουμενη

καταπενθουμενης

καταπενθουμενον

καταπενθουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταπενθήσω

(나는) 슬퍼하겠다

καταπενθήσεις

(너는) 슬퍼하겠다

καταπενθήσει

(그는) 슬퍼하겠다

쌍수 καταπενθήσετον

(너희 둘은) 슬퍼하겠다

καταπενθήσετον

(그 둘은) 슬퍼하겠다

복수 καταπενθήσομεν

(우리는) 슬퍼하겠다

καταπενθήσετε

(너희는) 슬퍼하겠다

καταπενθήσουσιν*

(그들은) 슬퍼하겠다

기원법단수 καταπενθήσοιμι

(나는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταπενθήσοις

(너는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταπενθήσοι

(그는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

쌍수 καταπενθήσοιτον

(너희 둘은) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταπενθησοίτην

(그 둘은) 슬퍼하겠기를 (바라다)

복수 καταπενθήσοιμεν

(우리는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταπενθήσοιτε

(너희는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταπενθήσοιεν

(그들은) 슬퍼하겠기를 (바라다)

부정사 καταπενθήσειν

슬퍼할 것

분사 남성여성중성
καταπενθησων

καταπενθησοντος

καταπενθησουσα

καταπενθησουσης

καταπενθησον

καταπενθησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταπενθήσομαι

(나는) 슬퍼되겠다

καταπενθήσει, καταπενθήσῃ

(너는) 슬퍼되겠다

καταπενθήσεται

(그는) 슬퍼되겠다

쌍수 καταπενθήσεσθον

(너희 둘은) 슬퍼되겠다

καταπενθήσεσθον

(그 둘은) 슬퍼되겠다

복수 καταπενθησόμεθα

(우리는) 슬퍼되겠다

καταπενθήσεσθε

(너희는) 슬퍼되겠다

καταπενθήσονται

(그들은) 슬퍼되겠다

기원법단수 καταπενθησοίμην

(나는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταπενθήσοιο

(너는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταπενθήσοιτο

(그는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

쌍수 καταπενθήσοισθον

(너희 둘은) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταπενθησοίσθην

(그 둘은) 슬퍼되겠기를 (바라다)

복수 καταπενθησοίμεθα

(우리는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταπενθήσοισθε

(너희는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταπενθήσοιντο

(그들은) 슬퍼되겠기를 (바라다)

부정사 καταπενθήσεσθαι

슬퍼될 것

분사 남성여성중성
καταπενθησομενος

καταπενθησομενου

καταπενθησομενη

καταπενθησομενης

καταπενθησομενον

καταπενθησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεπένθουν

(나는) 슬퍼하고 있었다

κατεπένθεις

(너는) 슬퍼하고 있었다

κατεπένθειν*

(그는) 슬퍼하고 있었다

쌍수 κατεπενθεῖτον

(너희 둘은) 슬퍼하고 있었다

κατεπενθείτην

(그 둘은) 슬퍼하고 있었다

복수 κατεπενθοῦμεν

(우리는) 슬퍼하고 있었다

κατεπενθεῖτε

(너희는) 슬퍼하고 있었다

κατεπένθουν

(그들은) 슬퍼하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεπενθούμην

(나는) 슬퍼되고 있었다

κατεπενθοῦ

(너는) 슬퍼되고 있었다

κατεπενθεῖτο

(그는) 슬퍼되고 있었다

쌍수 κατεπενθεῖσθον

(너희 둘은) 슬퍼되고 있었다

κατεπενθείσθην

(그 둘은) 슬퍼되고 있었다

복수 κατεπενθούμεθα

(우리는) 슬퍼되고 있었다

κατεπενθεῖσθε

(너희는) 슬퍼되고 있었다

κατεπενθοῦντο

(그들은) 슬퍼되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 슬퍼하다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION