헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καταστοναχέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καταστοναχέω καταστοναχήσω

형태분석: κατα (접두사) + στοναχέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 슬퍼하다, 애도하다
  1. to bewail

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταστονάχω

(나는) 슬퍼한다

καταστονάχεις

(너는) 슬퍼한다

καταστονάχει

(그는) 슬퍼한다

쌍수 καταστονάχειτον

(너희 둘은) 슬퍼한다

καταστονάχειτον

(그 둘은) 슬퍼한다

복수 καταστονάχουμεν

(우리는) 슬퍼한다

καταστονάχειτε

(너희는) 슬퍼한다

καταστονάχουσιν*

(그들은) 슬퍼한다

접속법단수 καταστονάχω

(나는) 슬퍼하자

καταστονάχῃς

(너는) 슬퍼하자

καταστονάχῃ

(그는) 슬퍼하자

쌍수 καταστονάχητον

(너희 둘은) 슬퍼하자

καταστονάχητον

(그 둘은) 슬퍼하자

복수 καταστονάχωμεν

(우리는) 슬퍼하자

καταστονάχητε

(너희는) 슬퍼하자

καταστονάχωσιν*

(그들은) 슬퍼하자

기원법단수 καταστονάχοιμι

(나는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταστονάχοις

(너는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταστονάχοι

(그는) 슬퍼하기를 (바라다)

쌍수 καταστονάχοιτον

(너희 둘은) 슬퍼하기를 (바라다)

καταστοναχοίτην

(그 둘은) 슬퍼하기를 (바라다)

복수 καταστονάχοιμεν

(우리는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταστονάχοιτε

(너희는) 슬퍼하기를 (바라다)

καταστονάχοιεν

(그들은) 슬퍼하기를 (바라다)

명령법단수 καταστονᾶχει

(너는) 슬퍼해라

καταστοναχεῖτω

(그는) 슬퍼해라

쌍수 καταστονάχειτον

(너희 둘은) 슬퍼해라

καταστοναχεῖτων

(그 둘은) 슬퍼해라

복수 καταστονάχειτε

(너희는) 슬퍼해라

καταστοναχοῦντων, καταστοναχεῖτωσαν

(그들은) 슬퍼해라

부정사 καταστονάχειν

슬퍼하는 것

분사 남성여성중성
καταστοναχων

καταστοναχουντος

καταστοναχουσα

καταστοναχουσης

καταστοναχουν

καταστοναχουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταστονάχουμαι

(나는) 슬퍼된다

καταστονάχει, καταστονάχῃ

(너는) 슬퍼된다

καταστονάχειται

(그는) 슬퍼된다

쌍수 καταστονάχεισθον

(너희 둘은) 슬퍼된다

καταστονάχεισθον

(그 둘은) 슬퍼된다

복수 καταστοναχοῦμεθα

(우리는) 슬퍼된다

καταστονάχεισθε

(너희는) 슬퍼된다

καταστονάχουνται

(그들은) 슬퍼된다

접속법단수 καταστονάχωμαι

(나는) 슬퍼되자

καταστονάχῃ

(너는) 슬퍼되자

καταστονάχηται

(그는) 슬퍼되자

쌍수 καταστονάχησθον

(너희 둘은) 슬퍼되자

καταστονάχησθον

(그 둘은) 슬퍼되자

복수 καταστοναχώμεθα

(우리는) 슬퍼되자

καταστονάχησθε

(너희는) 슬퍼되자

καταστονάχωνται

(그들은) 슬퍼되자

기원법단수 καταστοναχοίμην

(나는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταστονάχοιο

(너는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταστονάχοιτο

(그는) 슬퍼되기를 (바라다)

쌍수 καταστονάχοισθον

(너희 둘은) 슬퍼되기를 (바라다)

καταστοναχοίσθην

(그 둘은) 슬퍼되기를 (바라다)

복수 καταστοναχοίμεθα

(우리는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταστονάχοισθε

(너희는) 슬퍼되기를 (바라다)

καταστονάχοιντο

(그들은) 슬퍼되기를 (바라다)

명령법단수 καταστονάχου

(너는) 슬퍼되어라

καταστοναχεῖσθω

(그는) 슬퍼되어라

쌍수 καταστονάχεισθον

(너희 둘은) 슬퍼되어라

καταστοναχεῖσθων

(그 둘은) 슬퍼되어라

복수 καταστονάχεισθε

(너희는) 슬퍼되어라

καταστοναχεῖσθων, καταστοναχεῖσθωσαν

(그들은) 슬퍼되어라

부정사 καταστονάχεισθαι

슬퍼되는 것

분사 남성여성중성
καταστοναχουμενος

καταστοναχουμενου

καταστοναχουμενη

καταστοναχουμενης

καταστοναχουμενον

καταστοναχουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταστοναχήσω

(나는) 슬퍼하겠다

καταστοναχήσεις

(너는) 슬퍼하겠다

καταστοναχήσει

(그는) 슬퍼하겠다

쌍수 καταστοναχήσετον

(너희 둘은) 슬퍼하겠다

καταστοναχήσετον

(그 둘은) 슬퍼하겠다

복수 καταστοναχήσομεν

(우리는) 슬퍼하겠다

καταστοναχήσετε

(너희는) 슬퍼하겠다

καταστοναχήσουσιν*

(그들은) 슬퍼하겠다

기원법단수 καταστοναχήσοιμι

(나는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοις

(너는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοι

(그는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

쌍수 καταστοναχήσοιτον

(너희 둘은) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταστοναχησοίτην

(그 둘은) 슬퍼하겠기를 (바라다)

복수 καταστοναχήσοιμεν

(우리는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοιτε

(너희는) 슬퍼하겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοιεν

(그들은) 슬퍼하겠기를 (바라다)

부정사 καταστοναχήσειν

슬퍼할 것

분사 남성여성중성
καταστοναχησων

καταστοναχησοντος

καταστοναχησουσα

καταστοναχησουσης

καταστοναχησον

καταστοναχησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταστοναχήσομαι

(나는) 슬퍼되겠다

καταστοναχήσει, καταστοναχήσῃ

(너는) 슬퍼되겠다

καταστοναχήσεται

(그는) 슬퍼되겠다

쌍수 καταστοναχήσεσθον

(너희 둘은) 슬퍼되겠다

καταστοναχήσεσθον

(그 둘은) 슬퍼되겠다

복수 καταστοναχησόμεθα

(우리는) 슬퍼되겠다

καταστοναχήσεσθε

(너희는) 슬퍼되겠다

καταστοναχήσονται

(그들은) 슬퍼되겠다

기원법단수 καταστοναχησοίμην

(나는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοιο

(너는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοιτο

(그는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

쌍수 καταστοναχήσοισθον

(너희 둘은) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταστοναχησοίσθην

(그 둘은) 슬퍼되겠기를 (바라다)

복수 καταστοναχησοίμεθα

(우리는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοισθε

(너희는) 슬퍼되겠기를 (바라다)

καταστοναχήσοιντο

(그들은) 슬퍼되겠기를 (바라다)

부정사 καταστοναχήσεσθαι

슬퍼될 것

분사 남성여성중성
καταστοναχησομενος

καταστοναχησομενου

καταστοναχησομενη

καταστοναχησομενης

καταστοναχησομενον

καταστοναχησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεστονᾶχουν

(나는) 슬퍼하고 있었다

κατεστονᾶχεις

(너는) 슬퍼하고 있었다

κατεστονᾶχειν*

(그는) 슬퍼하고 있었다

쌍수 κατεστονάχειτον

(너희 둘은) 슬퍼하고 있었다

κατεστοναχεῖτην

(그 둘은) 슬퍼하고 있었다

복수 κατεστονάχουμεν

(우리는) 슬퍼하고 있었다

κατεστονάχειτε

(너희는) 슬퍼하고 있었다

κατεστονᾶχουν

(그들은) 슬퍼하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεστοναχοῦμην

(나는) 슬퍼되고 있었다

κατεστονάχου

(너는) 슬퍼되고 있었다

κατεστονάχειτο

(그는) 슬퍼되고 있었다

쌍수 κατεστονάχεισθον

(너희 둘은) 슬퍼되고 있었다

κατεστοναχεῖσθην

(그 둘은) 슬퍼되고 있었다

복수 κατεστοναχοῦμεθα

(우리는) 슬퍼되고 있었다

κατεστονάχεισθε

(너희는) 슬퍼되고 있었다

κατεστονάχουντο

(그들은) 슬퍼되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 슬퍼하다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION