κατακτείνω
Non-contract Verb;
Transliteration:
Principal Part:
κατακτείνω
κατακτενῶ
κατεκτάθην
κατέκτονα
Structure:
κατα
(Prefix)
+
κτείν
(Stem)
+
ω
(Ending)
Etym.: fut. mid. in pass. sense kataktane/esqe
Sense
- to kill, slay, murder
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- ἀπεννέπω σε μὴ κατακτείνειν ἐμὲ ὑπέρ τ’ ἐμαυτῆσ τοῦ θεοῦ θ’ ἵν’ ἕσταμεν. (Euripides, Ion, episode, iambics 1:1)
- "ὦ φίλοι, οὐκ ἂν ἐγώ γε κατακτείνειν ἐθέλοιμι Τηλέμαχον· (Homer, Odyssey, Book 16 47:1)
- Λέντλῳ δὲ καὶ τοῖσ συνωμόταισ ἔδοξεν, ὅτε Κατιλίναν ἐν Φαισούλαισ πυνθάνοιντο γεγενῆσθαι, Λέντλον μὲν αὐτὸν καὶ Κέθηγον ἐφεδρεῦσαι ταῖσ Κικέρωνοσ θύραισ περὶ ἑώ μετὰ κεκρυμμένων ξιφιδίων, ἐσδεχθέντασ τε διὰ τὴν ἀξίωσιν καὶ λαλοῦντασ ὁτιδὴ μηκῦναι τὴν ὁμιλίαν ἐν περιπάτῳ καὶ κτεῖναι περισπάσαντασ ἀπὸ τῶν ἄλλων, Λεύκιον δὲ Βηστίαν τὸν δήμαρχον ἐκκλησίαν εὐθὺσ ὑπὸ κήρυξι συνάγειν καὶ κατηγορεῖν τοῦ Κικέρωνοσ ὡσ ἀεὶ δειλοῦ καὶ πολεμοποιοῦ καὶ τὴν πόλιν ἐν οὐδενὶ δεινῷ διαταράττοντοσ, ἐπὶ δὲ τῇ Βηστίου δημηγορίᾳ, νυκτὸσ αὐτίκα τῆσ ἐπιούσησ, ἑτέρουσ ἐν δυώδεκα τόποισ ἐμπιπράναι τὴν πόλιν καὶ διαρπάζειν καὶ κατακτείνειν τοὺσ ἀρίστουσ. (Appian, The Civil Wars, book 2, chapter 1 3:7)
- λόγοσ δὲ ἐστὶ ἅμα τῷ ἐάρι πτερωτοὺσ ὄφισ ἐκ τῆσ Ἀραβίησ πέτεσθαι ἐπ’ Αἰγύπτου, τὰσ δὲ ἴβισ τὰσ ὄρνιθασ ἀπαντώσασ ἐσ τὴν ἐσβολὴν ταύτησ τῆσ χώρησ οὐ παριέναι τοὺσ ὄφισ ἀλλὰ κατακτείνειν. (Herodotus, The Histories, book 2, chapter 75 4:1)
Synonyms
-
to kill
- κατεναίρομαι (to kill, slay, murder)
- φονεύω (to murder, kill, slay)
- ἀποκτείνω (I kill, slay)
- θείνω (I slay, kill)
- κτείνω (to kill, slay)
- κατακόπτω (to kill, slay)
- καίνω (to kill, slay)
- ἐξεναρίζω (to kill, slay)
- σφάζω (to slay, kill)
- ἐναίρω (to slay, to kill, slay)
- ἀπόλλυμι (, to destroy utterly, kill)