헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατακρίνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατακρίνω

형태분석: κατα (접두사) + κρίν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 경멸하다, 판결을 내리다
  1. to give as a sentence against
  2. (with accusative of person) to condemn

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακρίνω

κατακρίνεις

κατακρίνει

쌍수 κατακρίνετον

κατακρίνετον

복수 κατακρίνομεν

κατακρίνετε

κατακρίνουσιν*

접속법단수 κατακρίνω

κατακρίνῃς

κατακρίνῃ

쌍수 κατακρίνητον

κατακρίνητον

복수 κατακρίνωμεν

κατακρίνητε

κατακρίνωσιν*

기원법단수 κατακρίνοιμι

κατακρίνοις

κατακρίνοι

쌍수 κατακρίνοιτον

κατακρινοίτην

복수 κατακρίνοιμεν

κατακρίνοιτε

κατακρίνοιεν

명령법단수 κατακρίνε

κατακρινέτω

쌍수 κατακρίνετον

κατακρινέτων

복수 κατακρίνετε

κατακρινόντων, κατακρινέτωσαν

부정사 κατακρίνειν

분사 남성여성중성
κατακρινων

κατακρινοντος

κατακρινουσα

κατακρινουσης

κατακρινον

κατακρινοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακρίνομαι

κατακρίνει, κατακρίνῃ

κατακρίνεται

쌍수 κατακρίνεσθον

κατακρίνεσθον

복수 κατακρινόμεθα

κατακρίνεσθε

κατακρίνονται

접속법단수 κατακρίνωμαι

κατακρίνῃ

κατακρίνηται

쌍수 κατακρίνησθον

κατακρίνησθον

복수 κατακρινώμεθα

κατακρίνησθε

κατακρίνωνται

기원법단수 κατακρινοίμην

κατακρίνοιο

κατακρίνοιτο

쌍수 κατακρίνοισθον

κατακρινοίσθην

복수 κατακρινοίμεθα

κατακρίνοισθε

κατακρίνοιντο

명령법단수 κατακρίνου

κατακρινέσθω

쌍수 κατακρίνεσθον

κατακρινέσθων

복수 κατακρίνεσθε

κατακρινέσθων, κατακρινέσθωσαν

부정사 κατακρίνεσθαι

분사 남성여성중성
κατακρινομενος

κατακρινομενου

κατακρινομενη

κατακρινομενης

κατακρινομενον

κατακρινομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • εὐλαβοῦμαι δὲ νῦν γε τὴν ἀλήθειαν εἰπεῖν, μή με κατακρίνῃσ θανάτῳ. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 10 156:2)

    (플라비우스 요세푸스, Antiquitates Judaicae, Book 10 156:2)

유의어

  1. to give as a sentence against

  2. 경멸하다

파생어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION