헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κάματος

2군 변화 명사; 남성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κάματος

어원: ka/mnw

뜻

  1. 곤란, 문제, 욕, 수고
  2. 고통, 시련, 고난, 불행, 비참
  3. 수고, 문제, 난관, 이득, 임금
  4. 일, 작업, 업무, 근무
  1. toil, trouble, labour
  2. the effects of toil, distress, weariness, ludo fatigatumque somno)
  3. that which is earned by toil, hard-won earnings, the earnings of, toil
  4. the result of labour, a work, a thing wrought

예문

  • "ποῖοσ δὲ ἢ πόσοσ ὁ κάματοσ ἐγχέαι φάρμακον; (Lucian, Abdicatus, (no name) 17:1)

    (루키아노스, Abdicatus, (no name) 17:1)

  • οὐ τοίνυν οὐδὲ νόσοσ οὐδὲ κάματοσ εἰσ τοιοῦτο σῶμα ἐμπεσόντα ῥᾳδίωσ ἐλέγξειεν ἂν οὐδ’ ἐπικρατήσειεν εὐμαρῶσ· (Lucian, Anacharsis, (no name) 26:4)

    (루키아노스, Anacharsis, (no name) 26:4)

  • οὐκοῦν ἄκουσον, ὦ γενναῖε, μὴ εἰ κάματοσ ἔνεστιν ἐν τῷ πράγματι μόνον ἐξετάζων, ἀλλὰ καὶ τὸ αἰσχρὸν καὶ ταπεινὸν καὶ συνόλωσ δουλοπρεπὲσ οὐκ ἐν παρέργῳ τῆσ ἀκροάσεωσ τιθέμενοσ. (Lucian, De mercede, (no name) 22:5)

    (루키아노스, De mercede, (no name) 22:5)

  • καί σοι τὰ τῆσ διαίτησ πρὸσ τὸν πάλαι βίον ἀντίστροφα, καὶ ἡ ἀγρυπνία δὲ καὶ ὁ ἱδρὼσ καὶ ὁ κάματοσ ἠρέμα ἤδη ὑπορύττουσιν, ἢ φθόην ἢ περιπνευμονίαν ἢ κώλου ἄλγημα ἢ τὴν καλὴν ποδάγραν ἀναπλάττοντεσ. (Lucian, De mercede, (no name) 31:3)

    (루키아노스, De mercede, (no name) 31:3)

  • οὕτω γὰρ ἂν ἡμᾶσ ὅ τε κάματοσ λάθοι καὶ ἅμα εὐφρανούμεθα ὥσπερ ἡδίστῳ ὀνείρατι ἑκουσίῳ περιπεσόντεσ, ἐφ̓ ὅσον βουλόμεθα, εὖ ποιήσοντι ἡμᾶσ· (Lucian, 29:4)

    (루키아노스, 29:4)

유의어

  1. 곤란

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION