- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

εὐσταλής?

3군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: eustalēs 고전 발음: [딸레:] 신약 발음: [딸레]

기본형: εὐσταλής εὐσταλές

형태분석: εὐσταλη (어간) + ς (어미)

어원: στέλλω

  1. 호의를 가진, 호의적인, 적절한
  2. 꽉 찬, 옹골진, 빽빽한
  3. 깔끔한, 산뜻한, 희석하지 않은, 순수한, 깨끗한
  1. well-equipt, light-armed
  2. well-conducted, favourable
  3. well-packed, compact
  4. well-behaved, mannerly, neat, trim

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 εὐσταλής

(이)가

εὔσταλες

(것)가

속격 εὐσταλούς

(이)의

εὐστάλους

(것)의

여격 εὐσταλεί

(이)에게

εὐστάλει

(것)에게

대격 εὐσταλή

(이)를

εὔσταλες

(것)를

호격 εὐσταλές

(이)야

εὔσταλες

(것)야

쌍수주/대/호 εὐσταλεί

(이)들이

εὐστάλει

(것)들이

속/여 εὐσταλοίν

(이)들의

εὐστάλοιν

(것)들의

복수주격 εὐσταλείς

(이)들이

εὐστάλη

(것)들이

속격 εὐσταλών

(이)들의

εὐστάλων

(것)들의

여격 εὐσταλέσι(ν)

(이)들에게

εὐστάλεσι(ν)

(것)들에게

대격 εὐσταλείς

(이)들을

εὐστάλη

(것)들을

호격 εὐσταλείς

(이)들아

εὐστάλη

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Γαράμαντες μόνοι πρόσοικοι ὄντες, εὐσταλὲς καὶ κοῦφον ἔθνος, ἄνθρωποι σκηνῖται, ἀπὸ θήρας τὰ πολλὰ ζῶντες, ἐνίοτε οὗτοι ἐσβάλλουσι θηράσοντες ἀμφὶ τροπὰς τὰς χειμερινὰς μάλιστα, ὑόντα τὸν θεὸν τηρήσαντες, ὁπότε τὸ πολὺ τοῦ καύματος σβεσθείη καὶ ἡ ψάμμος νοτισθείη καὶ ἀμηέπη βατὴ γένοιτο. (Lucian, Dipsades 2:1)

    (루키아노스, Dipsades 2:1)

  • καὶ τὸ εὐσταλὲς δὲ καὶ κόσμιον τῆς ἀναβολῆς παρὰ τῆς Σωσάνδρας, πλὴν ὅτι ἀκατακάλυπτος αὕτη ἔσται τὴν κεφαλήν. (Lucian, Imagines, (no name) 6:5)

    (루키아노스, Imagines, (no name) 6:5)

  • σὺ δὲ οἰσυϊ´νην ἀσπίδα ἔχων, εὐσταλὴς καὶ κοῦφος εἰς σωτηρίαν, ἕτοιμος ἑστιᾶσθαι τὰ ἐπινίκια, ἐπειδὰν θύῃ ὁ στρατηγὸς νενικηκώς. (Lucian, Gallus, (no name) 21:5)

    (루키아노스, Gallus, (no name) 21:5)

  • τὸ μὲν πρῶτον κατακοσμοῦσα ἑαυτὴν εὐπρεπῶς καὶ εὐσταλὴς οὖσα καὶ φαιδρὰ πρὸς ἅπαντας, οὐκ ἄχρι τοῦ καγχάζειν ῥᾳδίως καθάπερ σὺ εἰώθας, ἀλλὰ μειδιῶσα ἡδὺ καὶ ἐπαγωγόν, εἶτα προσομιλοῦσα δεξιῶς καὶ μήτε φενακίζουσα, εἴ τις προσέλθοι ἢ προπέμψειε, μήτε αὐτὴ ἐπιλαμβανομένη τῶν ἀνδρῶν. (Lucian, Dialogi meretricii, 3:2)

    (루키아노스, Dialogi meretricii, 3:2)

  • οὗτος ὁ τὸ σχῆμα εὐσταλὴς καὶ κόσμιος τὸ βάδισμα καὶ σωφρονικὸς τὴν ἀναβολὴν ἑώθεν μυρία ὅσα περὶ ἀρετῆς διεξιὼν καὶ τῶν ἡδονῇ χαιρόντων κατηγορῶν καὶ τὸ ὀλιγαρκὲς ἐπαινῶν, ἐπειδὴ λουσάμενος ἀφίκοιτο ἐπὶ τὸ δεῖπνον καὶ ὁ παῖς μεγάλην τὴν κύλικα ὀρέξειεν αὐτῷ - τῷ ζωροτέρῳ δὲ χαίρει μάλιστα - καθάπερ τὸ Λήθης ὕδωρ ἐκπιὼν ἐναντιώτατα ἐπιδείκνυται τοῖς ἑωθινοῖς ἐκείνοις λόγοις, προαρπάζων ὥσπερ ἴκτινος τὰ ὄψα καὶ τὸν πλησίον παραγκωνιζόμενος, καρύκης τὸ γένειον ἀνάπλεως, κυνηδὸν ἐμφορούμενος, ἐπικεκυφὼς καθάπερ ἐν ταῖς λοπάσι τὴν ἀρετὴν εὑρήσειν προσδοκῶν, ἀκριβῶς τὰ τρύβλια τῷ λιχανῷ ἀποσμήχων ὡς μηδὲ ὀλίγον τοῦ μυττωτοῦ καταλίποι, μεμψίμοιρος ἀεί, κἂν τὸν πλακοῦντα ὅλον ἢ τὸν σῦν μόνος τῶν ἄλλων λάβῃ,^ ὅ τι περ λιχνείας καὶ ἀπληστίας ὄφελος, μέθυσος καὶ πάροινος οὐκ ἄχρι ᾠδῆς καὶ ὀρχηστύος μόνον, ἀλλὰ καὶ λοιδορίας καὶ ὀργῆς. (Lucian, Timon, (no name) 53:5)

    (루키아노스, Timon, (no name) 53:5)

  • ἢ τούτων ὀλίγον σοι μέλει, ἄχρι ἂν εὐσταλὴς ἡ ἀναβολὴ καὶ ὁ πώγων βαθὺς καὶ ἐν χρῷ ἡ κουρά· (Lucian, 36:5)

    (루키아노스, 36:5)

  • οὐ μὴν ἀλλὰ Μάριος φιλοτίμως πάνυ καὶ μειρακιωδῶς ἀποτριβόμενος τὸ γῆρας καὶ τὴν ἀσθένειαν ὁσημέραι κατέβαινεν εἰς τὸ πεδίον, καὶ μετὰ τῶν νεανίσκων γυμναζόμενος ἐπεδείκνυε τὸ σῶμα κοῦφον μὲν ὅπλοις, ἔποχον δὲ ταῖς ἱππασίαις, καίπερ οὐκ εὐσταλὴς γεγονώς ἐν γήρᾳ τὸν ὄγκον, ἀλλ εἰς σάρκα περιπληθῆ καὶ βαρεῖαν ἐνδεδωκώς. (Plutarch, Caius Marius, chapter 34 3:1)

    (플루타르코스, Caius Marius, chapter 34 3:1)

유의어

  1. well-equipt

  2. 호의를 가진

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION