- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐνστέλλω?

비축약 동사; 로마알파벳 전사: enstellō 고전 발음: [뗄로:] 신약 발음: [땔로]

기본형: ἐνστέλλω ἐνστελῶ

형태분석: ἐν (접두사) + στέλλ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to dress in, clad in

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἔστελλω

ἔστελλεις

ἔστελλει

쌍수 ἔστελλετον

ἔστελλετον

복수 ἔστελλομεν

ἔστελλετε

ἔστελλουσι(ν)

접속법단수 ἔστελλω

ἔστελλῃς

ἔστελλῃ

쌍수 ἔστελλητον

ἔστελλητον

복수 ἔστελλωμεν

ἔστελλητε

ἔστελλωσι(ν)

기원법단수 ἔστελλοιμι

ἔστελλοις

ἔστελλοι

쌍수 ἔστελλοιτον

ἐστε῀λλοιτην

복수 ἔστελλοιμεν

ἔστελλοιτε

ἔστελλοιεν

명령법단수 ἔστελλε

ἐστε῀λλετω

쌍수 ἔστελλετον

ἐστε῀λλετων

복수 ἔστελλετε

ἐστε῀λλοντων, ἐστε῀λλετωσαν

부정사 ἔστελλειν

분사 남성여성중성
ἐστελλων

ἐστελλοντος

ἐστελλουσα

ἐστελλουσης

ἐστελλον

ἐστελλοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἔστελλομαι

ἔστελλει, ἔστελλῃ

ἔστελλεται

쌍수 ἔστελλεσθον

ἔστελλεσθον

복수 ἐστε῀λλομεθα

ἔστελλεσθε

ἔστελλονται

접속법단수 ἔστελλωμαι

ἔστελλῃ

ἔστελληται

쌍수 ἔστελλησθον

ἔστελλησθον

복수 ἐστε῀λλωμεθα

ἔστελλησθε

ἔστελλωνται

기원법단수 ἐστε῀λλοιμην

ἔστελλοιο

ἔστελλοιτο

쌍수 ἔστελλοισθον

ἐστε῀λλοισθην

복수 ἐστε῀λλοιμεθα

ἔστελλοισθε

ἔστελλοιντο

명령법단수 ἔστελλου

ἐστε῀λλεσθω

쌍수 ἔστελλεσθον

ἐστε῀λλεσθων

복수 ἔστελλεσθε

ἐστε῀λλεσθων, ἐστε῀λλεσθωσαν

부정사 ἔστελλεσθαι

분사 남성여성중성
ἐστελλομενος

ἐστελλομενου

ἐστελλομενη

ἐστελλομενης

ἐστελλομενον

ἐστελλομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνέστειλα

ἐνέστειλας

ἐνέστειλε(ν)

쌍수 ἐνεστείλατον

ἐνεστειλάτην

복수 ἐνεστείλαμεν

ἐνεστείλατε

ἐνέστειλαν

접속법단수 ἔστειλω

ἔστειλῃς

ἔστειλῃ

쌍수 ἔστειλητον

ἔστειλητον

복수 ἔστειλωμεν

ἔστειλητε

ἔστειλωσι(ν)

기원법단수 ἔστειλαιμι

ἔστειλαις

ἔστειλαι

쌍수 ἔστειλαιτον

ἐστεῖλαιτην

복수 ἔστειλαιμεν

ἔστειλαιτε

ἔστειλαιεν

명령법단수 ἔστειλον

ἐστεῖλατω

쌍수 ἔστειλατον

ἐστεῖλατων

복수 ἔστειλατε

ἐστεῖλαντων

부정사 ἔστειλαι

분사 남성여성중성
ἐστειλας

ἐστειλαντος

ἐστειλασα

ἐστειλασης

ἐστειλαν

ἐστειλαντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνεστειλάμην

ἐνεστείλω

ἐνεστείλατο

쌍수 ἐνεστείλασθον

ἐνεστειλάσθην

복수 ἐνεστειλάμεθα

ἐνεστείλασθε

ἐνεστείλαντο

접속법단수 ἔστειλωμαι

ἔστειλῃ

ἔστειληται

쌍수 ἔστειλησθον

ἔστειλησθον

복수 ἐστεῖλωμεθα

ἔστειλησθε

ἔστειλωνται

기원법단수 ἐστεῖλαιμην

ἔστειλαιο

ἔστειλαιτο

쌍수 ἔστειλαισθον

ἐστεῖλαισθην

복수 ἐστεῖλαιμεθα

ἔστειλαισθε

ἔστειλαιντο

명령법단수 ἔστειλαι

ἐστεῖλασθω

쌍수 ἔστειλασθον

ἐστεῖλασθων

복수 ἔστειλασθε

ἐστεῖλασθων

부정사 ἔστειλεσθαι

분사 남성여성중성
ἐστειλαμενος

ἐστειλαμενου

ἐστειλαμενη

ἐστειλαμενης

ἐστειλαμενον

ἐστειλαμενου

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • -- Κράδης ἐν ὀπῷ φλοιὸν χλωρὸν τρίβων ἐν οἴνῳ ἐνστέλλειν, καὶ ἄνευ οἴνου αὐτὸν καὶ ξὺν μέλιτι. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 12.12)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 12.12)

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION