Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐναρμόνιος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἐναρμόνιος ἐναρμόνιον

Structure: ἐναρμονι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: a(rmoni/a

Sense

  1. in accord or harmony

Examples

  • πήχεισ γὰρ ἐναρμόσασ καὶ ζυγώσασ, ἔπειτα κολλάβουσ ἐμπήξασ καὶ μαγάδα ὑποθεὶσ καὶ ἐντεινάμενοσ ἑπτὰ χορδὰσ ἐμελῴδει πάνυ γλαφυρόν, ὦ Ἥφαιστε, καὶ ἐναρμόνιον, ὡσ κἀμὲ αὐτῷ φθονεῖν πάλαι κιθαρίζειν ἀσκοῦντα. (Lucian, Dialogi deorum, 8:3)
  • τὸ γὰρ ἐν ταῖσ μέσαισ ἐναρμόνιον πυκνὸν, ᾧ νῦν χρῶνται, οὐ δοκεῖ τοῦ ποιητοῦ εἶναι. (Pseudo-Plutarch, De musica, section 11 6:2)
  • οὔτε γὰρ τὸ χρωματικὸν γένοσ οὔτε τὸ ἐναρμόνιον ἣξει ποτ’ ἔχον τὴν τῆσ οἰκειότητοσ δύναμιν τελείαν καὶ καθ’ ἣν τὸ τοῦ πεποιημένου μέλουσ ἦθοσ ἐπιφαίνεται ἀλλὰ τοῦτο τοῦ τεχνίτου ἔργον. (Pseudo-Plutarch, De musica, section 335)
  • "οἱο͂ν Ὀλύμπῳ τὸ ἐναρμόνιον γένοσ ἐπὶ Φρυγίου τόνου τεθὲν παίωνι ἐπιβατῷ μιχθέν· (Pseudo-Plutarch, De musica, section 3312)
  • "τὸ ἦθοσ ἐγέννησεν ἐπὶ τῷ τῆσ Ἀθηνᾶσ νόμῳ προσληφθείσησ γὰρ μελοποιίασ καὶ ῥυθμοποιίασ τεχνικῶσ τε μεταληφθέντοσ τοῦ ῥυθμοῦ μόνον αὐτοῦ καὶ γενομένου τροχαίου ἀντὶ παίωνοσ, συνέστη τὸ Ὀλύμπου ἐναρμόνιον γένοσ. (Pseudo-Plutarch, De musica, section 3314)

Synonyms

  1. in accord or harmony

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION