헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δυσμενέων

형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δυσμενέων

어원: a participial form only in masc.

  1. 적대적인, 불친절한, 비우호적인
  1. bearing ill-will, hostile

예문

  • τυφλὰ δ’ ἐκ χειρῶν βέλη ψυχαῖσ ἔπι δυσμενέων φοι‐ τᾷ θάνατόν τε φέρει τοῖσιν ἂν δαίμων θέλῃ· (Bacchylides, , epinicians, ode 5 10:6)

    (바킬리데스, , epinicians, ode 5 10:6)

  • δυσμενέων δὲ μα[ταία γλῶσσ’ ἀϊδ]ὴσ μιν[ύθει ἐλπίδι θυμὸν ἰαίνει· (Bacchylides, , epinicians, ode 13 48:1)

    (바킬리데스, , epinicians, ode 13 48:1)

  • ἦν ἄρα κἀκεῖνοι ταλακάρδιοι, οἵ ποτε Μήδων παισὶν ἐπ’ Ηἰ̈όνι, Στρυμόνοσ ἀμφὶ ῥοάσ, λιμόν τ’ αἴθωνα κρυερόν τ’ ἐπάγοντεσ Ἄρηα πρῶτοι δυσμενέων εὑρ͂ον ἀμηχανίην. (Plutarch, , chapter 7 4:1)

    (플루타르코스, , chapter 7 4:1)

  • Διοδώρου δέ τινοσ τῶν Κορινθίων τριηράρχων ἐν ἱερῷ Λητοῦσ ἀναθήμασι κειμένοισ καὶ τοῦτ’ ἐπιγέγραπται ταῦτ’ ἀπὸ δυσμενέων Μήδων ναῦται Διοδώρου ὅπλ’ ἀνέθεν Λατοῖ, μνάματα ναυμαχίασ. (Plutarch, De Herodoti malignitate, section 39 13:1)

    (플루타르코스, De Herodoti malignitate, section 39 13:1)

  • λαβὼν γὰρ ἐσθῆτα καὶ σκευὴν ἐν ᾗ μάλιστα μὴ δόξειν ὃσ ἦν ἔμελλεν ὁρώμενοσ, ὥσπερ Ὀδυσσεὺσ, ἀνδρῶν δυσμενέων κατέδυ πόλιν. (Plutarch, Lives, chapter 22 2:3)

    (플루타르코스, Lives, chapter 22 2:3)

유의어

  1. 적대적인

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION