Ancient Greek-English Dictionary Language

δυσμαθής

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: δυσμαθής δυσμαθές

Structure: δυσμαθη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: manqa/nw

Sense

  1. hard to learn, hard to know, difficulty of knowing
  2. slow at learning, so

Examples

  • πάντα γὰρ τὰ τῶν θεῶν ἐσ ἀφανὲσ ἑρ́πει, κοὐδὲν οἶδ’ οὐδεὶσ κακὸν <> ἡ γὰρ τύχη παρήγαγ’ ἐσ τὸ δυσμαθέσ. (Euripides, Iphigenia in Tauris, episode, anapests 1:9)
  • ἐσ κόρακασ, ὡσ ἄγροικοσ εἶ καὶ δυσμαθήσ. (Aristophanes, Clouds, Lyric-Scene19)
  • οὐδενὶ γὰρ αὐτῶν ψυχῆσ μέτεστιν οὕτωσ οὐκ ἐδόκει ζῷον ἕτερον ἑτέρου τῷ φρονεῖν ἀργότερον εἶναι καὶ δυσμαθέστερον, εἰ μὴ πάντα λόγου καὶ συνέσεωσ, ἄλλα δὲ μᾶλλον καὶ ἧττον ἄλλων πωσ μετεῖχεν. (Plutarch, Bruta animalia ratione uti, chapter, section 10 3:1)
  • παραβόλουσ καὶ κινήσεισ δυσεξελίκτουσ ἀνακυκλεῖν, εἷσ ὁ δυσμαθέστατοσ ἀκούων κακῶσ ἑκάστοτε καὶ κολαζόμενοσ πολλάκισ ὤφθη νυκτὸσ αὐτὸσ ἀφ’ ἑαυτοῦ πρὸσ τὴν σελήνην ἀναταττόμενοσ; (Plutarch, De sollertia animalium, chapter, section 12 4:1)
  • ὅτι σοι δοκῶ τῶν δικαστῶν δυσμαθέστεροσ εἶναι, ἐπεὶ ἐκείνοισ γε ἐνδείξῃ δῆλον ὅτι ὡσ ἄδικά τέ ἐστιν καὶ οἱ θεοὶ ἅπαντεσ τὰ τοιαῦτα μισοῦσιν. (Plato, Euthyphro, Apology, Crito, Phaedo, 44:4)
  • τοῦτο γάρ μοι συγχωρείτω, ἀγαθὸν καὶ αὐτὸν εἶναι τὸν διδάσκαλον, ἵνα μὴ δυσμαθὴσ φαίνωμαι ἀηδῶσ μανθάνων· (Plato, Alcibiades 1, Alcibiades 2, Hipparchus, Lovers, Theages, Charmides, Laches, Lysis, 65:3)
  • ἀλλ’ ἐγώ τισ, ὡσ ἐοίκε, δυσμαθήσ. (Plato, Republic, book 2 19:2)
  • εὐμαθὴσ ἢ δυσμαθήσ. (Plato, Republic, book 6 72:1)

Synonyms

  1. slow at learning

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION