- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀποχωρίζω?

비축약 동사; 로마알파벳 전사: apochōrizō 고전 발음: [아뽀코:리도:] 신약 발음: [아뽀코리조]

기본형: ἀποχωρίζω

형태분석: ἀπο (접두사) + χωρίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to part or separate from

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποχωρίζω

ἀποχωρίζεις

ἀποχωρίζει

쌍수 ἀποχωρίζετον

ἀποχωρίζετον

복수 ἀποχωρίζομεν

ἀποχωρίζετε

ἀποχωρίζουσι(ν)

접속법단수 ἀποχωρίζω

ἀποχωρίζῃς

ἀποχωρίζῃ

쌍수 ἀποχωρίζητον

ἀποχωρίζητον

복수 ἀποχωρίζωμεν

ἀποχωρίζητε

ἀποχωρίζωσι(ν)

기원법단수 ἀποχωρίζοιμι

ἀποχωρίζοις

ἀποχωρίζοι

쌍수 ἀποχωρίζοιτον

ἀποχωριζοίτην

복수 ἀποχωρίζοιμεν

ἀποχωρίζοιτε

ἀποχωρίζοιεν

명령법단수 ἀποχώριζε

ἀποχωριζέτω

쌍수 ἀποχωρίζετον

ἀποχωριζέτων

복수 ἀποχωρίζετε

ἀποχωριζόντων, ἀποχωριζέτωσαν

부정사 ἀποχωρίζειν

분사 남성여성중성
ἀποχωριζων

ἀποχωριζοντος

ἀποχωριζουσα

ἀποχωριζουσης

ἀποχωριζον

ἀποχωριζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀποχωρίζομαι

ἀποχωρίζει, ἀποχωρίζῃ

ἀποχωρίζεται

쌍수 ἀποχωρίζεσθον

ἀποχωρίζεσθον

복수 ἀποχωριζόμεθα

ἀποχωρίζεσθε

ἀποχωρίζονται

접속법단수 ἀποχωρίζωμαι

ἀποχωρίζῃ

ἀποχωρίζηται

쌍수 ἀποχωρίζησθον

ἀποχωρίζησθον

복수 ἀποχωριζώμεθα

ἀποχωρίζησθε

ἀποχωρίζωνται

기원법단수 ἀποχωριζοίμην

ἀποχωρίζοιο

ἀποχωρίζοιτο

쌍수 ἀποχωρίζοισθον

ἀποχωριζοίσθην

복수 ἀποχωριζοίμεθα

ἀποχωρίζοισθε

ἀποχωρίζοιντο

명령법단수 ἀποχωρίζου

ἀποχωριζέσθω

쌍수 ἀποχωρίζεσθον

ἀποχωριζέσθων

복수 ἀποχωρίζεσθε

ἀποχωριζέσθων, ἀποχωριζέσθωσαν

부정사 ἀποχωρίζεσθαι

분사 남성여성중성
ἀποχωριζομενος

ἀποχωριζομενου

ἀποχωριζομενη

ἀποχωριζομενης

ἀποχωριζομενον

ἀποχωριζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ μὴν ἔν γε ταῖς εἰρημέναις διακρίσεσι τὸ μὲν χεῖρον ἀπὸ βελτίονος ἀποχωρίζειν ἦν, τὸ δ ὅμοιον ἀφ ὁμοίου. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 64:1)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 64:1)

  • καὶ γάρ, ὠγαθέ, τό γε πᾶν ἀπὸ παντὸς ἐπιχειρεῖν ἀποχωρίζειν ἄλλως τε οὐκ ἐμμελὲς καὶ δὴ καὶ παντάπασιν ἀμούσου τινὸς καὶ ἀφιλοσόφου. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 261:3)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 261:3)

  • πάλιν δὴ τὸν ἔμπροσθε λόγον ἀναληπτέον, ὡς ἐπειδὴ τῷ βασιλικῷ γένει τῆς περὶ τὰς πόλεις ἐπιμελείας ἀμφισβητοῦσι μυρίοι, δεῖ δὴ πάντας ἀποχωρίζειν τούτους καὶ μόνον ἐκεῖνον λείπειν καὶ πρὸς τοῦτο δὴ παραδείγματος ἔφαμεν δεῖν τινος ἡμῖν. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 133:1)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 133:1)

  • καὶ κατὰ λόγον οἱ μὲν οὐκ ἐμβολαῖς, ἀλλὰ μόναις περιόδοις ἐπλεονέκτουν, καὶ ταρσοὺς τῶν μειζόνων ἢ πηδάλια ἀνέκλων ἢ κώπας ἀνέκοπτον ἢ ἀπεχώριζον ὅλως τὰ σκάφη καὶ ἔβλαπτον ἐμβολῆς οὐχ ἥσσονα: (Appian, The Civil Wars, book 5, chapter 11 10:7)

    (아피아노스, The Civil Wars, book 5, chapter 11 10:7)

유의어

  1. to part or separate from

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION