Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀφειδής

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἀφειδής ἀφειδές

Structure: ἀφειδη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: fei/domai

Sense

  1. unsparing or lavish of
  2. done without regard to cost or risk
  3. freely, lavishly, sparing no pains, with all zeal
  4. unsparingly, without mercy

Examples

  • πνοαὶ δ’ ἀπὸ Στρυμόνοσ μολοῦσαι κακόσχολοι νήστιδεσ δύσορμοι, βροτῶν ἄλαι, ναῶν <τε> καὶ πεισμάτων ἀφειδεῖσ, παλιμμήκη χρόνον τιθεῖσαι τρίβῳ κατέξαινον ἄν‐ θοσ Ἀργείων· (Aeschylus, Agamemnon, choral, strophe 4 1:1)
  • ὅπου γὰρ οἱ γεννηθέντεσ ἐν βασιλείαισ καὶ τυραννίσιν, ὅταν εὐγενῶσ ἔχωσι, τῆσ ἐλευθερίασ γλίχονται καὶ πάνθ’ ἡγοῦνται τἀγαθὰ ταύτησ ἐλάττω, ἦ που οἱ ἐν ἐλευθέρᾳ καὶ ἑτέρων ἄρχειν μαθούσῃ πόλει βιώσαντεσ πρᾴωσ οἴσουσι τὴν ἐκ τῶν κρειττόνων ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολήν, ἐξ ἐλευθέρων ὑπομείναντεσ δοῦλοι γενέσθαι, ἵνα λαμπρὰσ παρατιθῶνται καθ’ ἡμέραν τραπέζασ καὶ πολλοὺσ θεράποντασ περιάγωνται καὶ γυναικῶν καὶ παίδων εὐπρεπῶν ἀφειδεῖσ ἀπολαύσεισ λαμβάνωσιν, ὥσπερ ἐν τούτοισ τῆσ ἀνθρωπίνησ εὐδαιμονίασ κειμένησ, ἀλλ’ οὐκ ἐν ἀρετῇ; (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 19, chapter 18 6:2)

Synonyms

  1. unsparingly

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION