헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαγγέλλω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαγγέλλω διαγγελῶ διήγγειλα

형태분석: δι (접두사) + ἀγγέλλ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 명령하다, 지나가다, 지나치다, 공표하다, 선언하다, 쓰다, 지나다, 외치다, 지시하다
  1. to give notice by a messenger, to send as a message, to noise abroad, proclaim, to order, to pass, from man to man, inform one another

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαγγέλλω

(나는) 명령한다

διαγγέλλεις

(너는) 명령한다

διαγγέλλει

(그는) 명령한다

쌍수 διαγγέλλετον

(너희 둘은) 명령한다

διαγγέλλετον

(그 둘은) 명령한다

복수 διαγγέλλομεν

(우리는) 명령한다

διαγγέλλετε

(너희는) 명령한다

διαγγέλλουσιν*

(그들은) 명령한다

접속법단수 διαγγέλλω

(나는) 명령하자

διαγγέλλῃς

(너는) 명령하자

διαγγέλλῃ

(그는) 명령하자

쌍수 διαγγέλλητον

(너희 둘은) 명령하자

διαγγέλλητον

(그 둘은) 명령하자

복수 διαγγέλλωμεν

(우리는) 명령하자

διαγγέλλητε

(너희는) 명령하자

διαγγέλλωσιν*

(그들은) 명령하자

기원법단수 διαγγέλλοιμι

(나는) 명령하기를 (바라다)

διαγγέλλοις

(너는) 명령하기를 (바라다)

διαγγέλλοι

(그는) 명령하기를 (바라다)

쌍수 διαγγέλλοιτον

(너희 둘은) 명령하기를 (바라다)

διαγγελλοίτην

(그 둘은) 명령하기를 (바라다)

복수 διαγγέλλοιμεν

(우리는) 명령하기를 (바라다)

διαγγέλλοιτε

(너희는) 명령하기를 (바라다)

διαγγέλλοιεν

(그들은) 명령하기를 (바라다)

명령법단수 διάγγελλε

(너는) 명령해라

διαγγελλέτω

(그는) 명령해라

쌍수 διαγγέλλετον

(너희 둘은) 명령해라

διαγγελλέτων

(그 둘은) 명령해라

복수 διαγγέλλετε

(너희는) 명령해라

διαγγελλόντων, διαγγελλέτωσαν

(그들은) 명령해라

부정사 διαγγέλλειν

명령하는 것

분사 남성여성중성
διαγγελλων

διαγγελλοντος

διαγγελλουσα

διαγγελλουσης

διαγγελλον

διαγγελλοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαγγέλλομαι

(나는) 명령된다

διαγγέλλει, διαγγέλλῃ

(너는) 명령된다

διαγγέλλεται

(그는) 명령된다

쌍수 διαγγέλλεσθον

(너희 둘은) 명령된다

διαγγέλλεσθον

(그 둘은) 명령된다

복수 διαγγελλόμεθα

(우리는) 명령된다

διαγγέλλεσθε

(너희는) 명령된다

διαγγέλλονται

(그들은) 명령된다

접속법단수 διαγγέλλωμαι

(나는) 명령되자

διαγγέλλῃ

(너는) 명령되자

διαγγέλληται

(그는) 명령되자

쌍수 διαγγέλλησθον

(너희 둘은) 명령되자

διαγγέλλησθον

(그 둘은) 명령되자

복수 διαγγελλώμεθα

(우리는) 명령되자

διαγγέλλησθε

(너희는) 명령되자

διαγγέλλωνται

(그들은) 명령되자

기원법단수 διαγγελλοίμην

(나는) 명령되기를 (바라다)

διαγγέλλοιο

(너는) 명령되기를 (바라다)

διαγγέλλοιτο

(그는) 명령되기를 (바라다)

쌍수 διαγγέλλοισθον

(너희 둘은) 명령되기를 (바라다)

διαγγελλοίσθην

(그 둘은) 명령되기를 (바라다)

복수 διαγγελλοίμεθα

(우리는) 명령되기를 (바라다)

διαγγέλλοισθε

(너희는) 명령되기를 (바라다)

διαγγέλλοιντο

(그들은) 명령되기를 (바라다)

명령법단수 διαγγέλλου

(너는) 명령되어라

διαγγελλέσθω

(그는) 명령되어라

쌍수 διαγγέλλεσθον

(너희 둘은) 명령되어라

διαγγελλέσθων

(그 둘은) 명령되어라

복수 διαγγέλλεσθε

(너희는) 명령되어라

διαγγελλέσθων, διαγγελλέσθωσαν

(그들은) 명령되어라

부정사 διαγγέλλεσθαι

명령되는 것

분사 남성여성중성
διαγγελλομενος

διαγγελλομενου

διαγγελλομενη

διαγγελλομενης

διαγγελλομενον

διαγγελλομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαγγελῶ

(나는) 명령하겠다

διαγγελεῖς

(너는) 명령하겠다

διαγγελεῖ

(그는) 명령하겠다

쌍수 διαγγελεῖτον

(너희 둘은) 명령하겠다

διαγγελεῖτον

(그 둘은) 명령하겠다

복수 διαγγελοῦμεν

(우리는) 명령하겠다

διαγγελεῖτε

(너희는) 명령하겠다

διαγγελοῦσιν*

(그들은) 명령하겠다

기원법단수 διαγγελοῖμι

(나는) 명령하겠기를 (바라다)

διαγγελοῖς

(너는) 명령하겠기를 (바라다)

διαγγελοῖ

(그는) 명령하겠기를 (바라다)

쌍수 διαγγελοῖτον

(너희 둘은) 명령하겠기를 (바라다)

διαγγελοίτην

(그 둘은) 명령하겠기를 (바라다)

복수 διαγγελοῖμεν

(우리는) 명령하겠기를 (바라다)

διαγγελοῖτε

(너희는) 명령하겠기를 (바라다)

διαγγελοῖεν

(그들은) 명령하겠기를 (바라다)

부정사 διαγγελεῖν

명령할 것

분사 남성여성중성
διαγγελων

διαγγελουντος

διαγγελουσα

διαγγελουσης

διαγγελουν

διαγγελουντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαγγελοῦμαι

(나는) 명령되겠다

διαγγελεῖ, διαγγελῇ

(너는) 명령되겠다

διαγγελεῖται

(그는) 명령되겠다

쌍수 διαγγελεῖσθον

(너희 둘은) 명령되겠다

διαγγελεῖσθον

(그 둘은) 명령되겠다

복수 διαγγελούμεθα

(우리는) 명령되겠다

διαγγελεῖσθε

(너희는) 명령되겠다

διαγγελοῦνται

(그들은) 명령되겠다

기원법단수 διαγγελοίμην

(나는) 명령되겠기를 (바라다)

διαγγελοῖο

(너는) 명령되겠기를 (바라다)

διαγγελοῖτο

(그는) 명령되겠기를 (바라다)

쌍수 διαγγελοῖσθον

(너희 둘은) 명령되겠기를 (바라다)

διαγγελοίσθην

(그 둘은) 명령되겠기를 (바라다)

복수 διαγγελοίμεθα

(우리는) 명령되겠기를 (바라다)

διαγγελοῖσθε

(너희는) 명령되겠기를 (바라다)

διαγγελοῖντο

(그들은) 명령되겠기를 (바라다)

부정사 διαγγελεῖσθαι

명령될 것

분사 남성여성중성
διαγγελουμενος

διαγγελουμενου

διαγγελουμενη

διαγγελουμενης

διαγγελουμενον

διαγγελουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διῆγγελλον

(나는) 명령하고 있었다

διῆγγελλες

(너는) 명령하고 있었다

διῆγγελλεν*

(그는) 명령하고 있었다

쌍수 διήγγελλετον

(너희 둘은) 명령하고 있었다

διηγγε͂λλετην

(그 둘은) 명령하고 있었다

복수 διήγγελλομεν

(우리는) 명령하고 있었다

διήγγελλετε

(너희는) 명령하고 있었다

διῆγγελλον

(그들은) 명령하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διηγγε͂λλομην

(나는) 명령되고 있었다

διήγγελλου

(너는) 명령되고 있었다

διήγγελλετο

(그는) 명령되고 있었다

쌍수 διήγγελλεσθον

(너희 둘은) 명령되고 있었다

διηγγε͂λλεσθην

(그 둘은) 명령되고 있었다

복수 διηγγε͂λλομεθα

(우리는) 명령되고 있었다

διήγγελλεσθε

(너희는) 명령되고 있었다

διήγγελλοντο

(그들은) 명령되고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διῆγγειλα

(나는) 명령했다

διῆγγειλας

(너는) 명령했다

διῆγγειλεν*

(그는) 명령했다

쌍수 διήγγειλατον

(너희 둘은) 명령했다

διηγγεῖλατην

(그 둘은) 명령했다

복수 διήγγειλαμεν

(우리는) 명령했다

διήγγειλατε

(너희는) 명령했다

διῆγγειλαν

(그들은) 명령했다

접속법단수 διαγγείλω

(나는) 명령했자

διαγγείλῃς

(너는) 명령했자

διαγγείλῃ

(그는) 명령했자

쌍수 διαγγείλητον

(너희 둘은) 명령했자

διαγγείλητον

(그 둘은) 명령했자

복수 διαγγείλωμεν

(우리는) 명령했자

διαγγείλητε

(너희는) 명령했자

διαγγείλωσιν*

(그들은) 명령했자

기원법단수 διαγγείλαιμι

(나는) 명령했기를 (바라다)

διαγγείλαις

(너는) 명령했기를 (바라다)

διαγγείλαι

(그는) 명령했기를 (바라다)

쌍수 διαγγείλαιτον

(너희 둘은) 명령했기를 (바라다)

διαγγειλαίτην

(그 둘은) 명령했기를 (바라다)

복수 διαγγείλαιμεν

(우리는) 명령했기를 (바라다)

διαγγείλαιτε

(너희는) 명령했기를 (바라다)

διαγγείλαιεν

(그들은) 명령했기를 (바라다)

명령법단수 διάγγειλον

(너는) 명령했어라

διαγγειλάτω

(그는) 명령했어라

쌍수 διαγγείλατον

(너희 둘은) 명령했어라

διαγγειλάτων

(그 둘은) 명령했어라

복수 διαγγείλατε

(너희는) 명령했어라

διαγγειλάντων

(그들은) 명령했어라

부정사 διαγγείλαι

명령했는 것

분사 남성여성중성
διαγγειλᾱς

διαγγειλαντος

διαγγειλᾱσα

διαγγειλᾱσης

διαγγειλαν

διαγγειλαντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διηγγεῖλαμην

(나는) 명령되었다

διήγγειλω

(너는) 명령되었다

διήγγειλατο

(그는) 명령되었다

쌍수 διήγγειλασθον

(너희 둘은) 명령되었다

διηγγεῖλασθην

(그 둘은) 명령되었다

복수 διηγγεῖλαμεθα

(우리는) 명령되었다

διήγγειλασθε

(너희는) 명령되었다

διήγγειλαντο

(그들은) 명령되었다

접속법단수 διαγγείλωμαι

(나는) 명령되었자

διαγγείλῃ

(너는) 명령되었자

διαγγείληται

(그는) 명령되었자

쌍수 διαγγείλησθον

(너희 둘은) 명령되었자

διαγγείλησθον

(그 둘은) 명령되었자

복수 διαγγειλώμεθα

(우리는) 명령되었자

διαγγείλησθε

(너희는) 명령되었자

διαγγείλωνται

(그들은) 명령되었자

기원법단수 διαγγειλαίμην

(나는) 명령되었기를 (바라다)

διαγγείλαιο

(너는) 명령되었기를 (바라다)

διαγγείλαιτο

(그는) 명령되었기를 (바라다)

쌍수 διαγγείλαισθον

(너희 둘은) 명령되었기를 (바라다)

διαγγειλαίσθην

(그 둘은) 명령되었기를 (바라다)

복수 διαγγειλαίμεθα

(우리는) 명령되었기를 (바라다)

διαγγείλαισθε

(너희는) 명령되었기를 (바라다)

διαγγείλαιντο

(그들은) 명령되었기를 (바라다)

명령법단수 διάγγειλαι

(너는) 명령되었어라

διαγγειλάσθω

(그는) 명령되었어라

쌍수 διαγγείλασθον

(너희 둘은) 명령되었어라

διαγγειλάσθων

(그 둘은) 명령되었어라

복수 διαγγείλασθε

(너희는) 명령되었어라

διαγγειλάσθων

(그들은) 명령되었어라

부정사 διαγγείλεσθαι

명령되었는 것

분사 남성여성중성
διαγγειλαμενος

διαγγειλαμενου

διαγγειλαμενη

διαγγειλαμενης

διαγγειλαμενον

διαγγειλαμενου

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • σὺ δὲ ὑπ̓ αὐτοῦ μεμαστιγωμένοσ διάγγελλε πᾶσι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ κράτοσ. ταῦτα δὲ εἰπόντεσ ἀφανεῖσ ἐγένοντο. (Septuagint, Liber Maccabees II 3:34)

    (70인역 성경, Liber Maccabees II 3:34)

  • Πευθῆνασ μέντοι ἐν αὐτῇ Ῥώμῃ κατεστήσατο πάνυ πολλοὺσ τῶν συνωμοτῶν, οἳ τὰσ ἑκάστου γνώμασ διήγγελλον αὐτῷ καὶ τὰσ ἐρωτήσεισ προεμήνυον καὶ ὧν μάλιστα ἐφίενται, ὡσ ἕτοιμον αὐτὸν πρὸσ τὰσ ἀποκρίσεισ καὶ πρὶν ἥκειν τοὺσ πεμπομένουσ καταλαμβάνεσθαι. (Lucian, Alexander, (no name) 37:1)

    (루키아노스, Alexander, (no name) 37:1)

  • φῆμαι γὰρ ἡμῖν διήγγελλον οἱᾶ ἔλεγεν εἰσ τὰ πλήθη καθ’ ἡμῶν. (Lucian, Piscator, (no name) 14:14)

    (루키아노스, Piscator, (no name) 14:14)

  • Δαναί̈δαι δ’ ἀφιέναι ναῦσ διήγγελλον, μάτην δὲ μὴ πονεῖν ἐν Αὐλίδι. (Euripides, Iphigenia in Aulis, episode, trochees 1:3)

    (에우리피데스, Iphigenia in Aulis, episode, trochees 1:3)

  • διήγγελλον δὲ τὰ γεγονότα καὶ τοῖσ κατὰ τὴν Γαλιλαίαν πᾶσαν ἐρεθίσαι καὶ τούτουσ κατὰ τῶν Τιβεριέων διὰ σπουδῆσ ἔχοντεσ, παρεκάλουν τε πλείστουσ συναχθέντασ ἀφικέσθαι πρὸσ αὐτούσ, ἵνα μετὰ γνώμησ τοῦ στρατηγοῦ πράττωσιν τὸ δόξαν. (Flavius Josephus, 117:1)

    (플라비우스 요세푸스, 117:1)

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION