헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στεφανηφορέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στεφανηφορέω

형태분석: στεφανηφορέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from stefanhfo/ros

  1. to wear a wreath

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στεφανηφόρω

στεφανηφόρεις

στεφανηφόρει

쌍수 στεφανηφόρειτον

στεφανηφόρειτον

복수 στεφανηφόρουμεν

στεφανηφόρειτε

στεφανηφόρουσιν*

접속법단수 στεφανηφόρω

στεφανηφόρῃς

στεφανηφόρῃ

쌍수 στεφανηφόρητον

στεφανηφόρητον

복수 στεφανηφόρωμεν

στεφανηφόρητε

στεφανηφόρωσιν*

기원법단수 στεφανηφόροιμι

στεφανηφόροις

στεφανηφόροι

쌍수 στεφανηφόροιτον

στεφανηφοροίτην

복수 στεφανηφόροιμεν

στεφανηφόροιτε

στεφανηφόροιεν

명령법단수 στεφανηφο͂ρει

στεφανηφορεῖτω

쌍수 στεφανηφόρειτον

στεφανηφορεῖτων

복수 στεφανηφόρειτε

στεφανηφοροῦντων, στεφανηφορεῖτωσαν

부정사 στεφανηφόρειν

분사 남성여성중성
στεφανηφορων

στεφανηφορουντος

στεφανηφορουσα

στεφανηφορουσης

στεφανηφορουν

στεφανηφορουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στεφανηφόρουμαι

στεφανηφόρει, στεφανηφόρῃ

στεφανηφόρειται

쌍수 στεφανηφόρεισθον

στεφανηφόρεισθον

복수 στεφανηφοροῦμεθα

στεφανηφόρεισθε

στεφανηφόρουνται

접속법단수 στεφανηφόρωμαι

στεφανηφόρῃ

στεφανηφόρηται

쌍수 στεφανηφόρησθον

στεφανηφόρησθον

복수 στεφανηφορώμεθα

στεφανηφόρησθε

στεφανηφόρωνται

기원법단수 στεφανηφοροίμην

στεφανηφόροιο

στεφανηφόροιτο

쌍수 στεφανηφόροισθον

στεφανηφοροίσθην

복수 στεφανηφοροίμεθα

στεφανηφόροισθε

στεφανηφόροιντο

명령법단수 στεφανηφόρου

στεφανηφορεῖσθω

쌍수 στεφανηφόρεισθον

στεφανηφορεῖσθων

복수 στεφανηφόρεισθε

στεφανηφορεῖσθων, στεφανηφορεῖσθωσαν

부정사 στεφανηφόρεισθαι

분사 남성여성중성
στεφανηφορουμενος

στεφανηφορουμενου

στεφανηφορουμενη

στεφανηφορουμενης

στεφανηφορουμενον

στεφανηφορουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to wear a wreath

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION