헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προστειχίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προστειχίζω προστειχίσω

형태분석: προς (접두사) + τειχίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to add to a fortification, include in the city-wall

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προστειχίζω

προστειχίζεις

προστειχίζει

쌍수 προστειχίζετον

προστειχίζετον

복수 προστειχίζομεν

προστειχίζετε

προστειχίζουσιν*

접속법단수 προστειχίζω

προστειχίζῃς

προστειχίζῃ

쌍수 προστειχίζητον

προστειχίζητον

복수 προστειχίζωμεν

προστειχίζητε

προστειχίζωσιν*

기원법단수 προστειχίζοιμι

προστειχίζοις

προστειχίζοι

쌍수 προστειχίζοιτον

προστειχιζοίτην

복수 προστειχίζοιμεν

προστειχίζοιτε

προστειχίζοιεν

명령법단수 προστείχιζε

προστειχιζέτω

쌍수 προστειχίζετον

προστειχιζέτων

복수 προστειχίζετε

προστειχιζόντων, προστειχιζέτωσαν

부정사 προστειχίζειν

분사 남성여성중성
προστειχιζων

προστειχιζοντος

προστειχιζουσα

προστειχιζουσης

προστειχιζον

προστειχιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προστειχίζομαι

προστειχίζει, προστειχίζῃ

προστειχίζεται

쌍수 προστειχίζεσθον

προστειχίζεσθον

복수 προστειχιζόμεθα

προστειχίζεσθε

προστειχίζονται

접속법단수 προστειχίζωμαι

προστειχίζῃ

προστειχίζηται

쌍수 προστειχίζησθον

προστειχίζησθον

복수 προστειχιζώμεθα

προστειχίζησθε

προστειχίζωνται

기원법단수 προστειχιζοίμην

προστειχίζοιο

προστειχίζοιτο

쌍수 προστειχίζοισθον

προστειχιζοίσθην

복수 προστειχιζοίμεθα

προστειχίζοισθε

προστειχίζοιντο

명령법단수 προστειχίζου

προστειχιζέσθω

쌍수 προστειχίζεσθον

προστειχιζέσθων

복수 προστειχίζεσθε

προστειχιζέσθων, προστειχιζέσθωσαν

부정사 προστειχίζεσθαι

분사 남성여성중성
προστειχιζομενος

προστειχιζομενου

προστειχιζομενη

προστειχιζομενης

προστειχιζομενον

προστειχιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προστειχίσω

προστειχίσεις

προστειχίσει

쌍수 προστειχίσετον

προστειχίσετον

복수 προστειχίσομεν

προστειχίσετε

προστειχίσουσιν*

기원법단수 προστειχίσοιμι

προστειχίσοις

προστειχίσοι

쌍수 προστειχίσοιτον

προστειχισοίτην

복수 προστειχίσοιμεν

προστειχίσοιτε

προστειχίσοιεν

부정사 προστειχίσειν

분사 남성여성중성
προστειχισων

προστειχισοντος

προστειχισουσα

προστειχισουσης

προστειχισον

προστειχισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προστειχίσομαι

προστειχίσει, προστειχίσῃ

προστειχίσεται

쌍수 προστειχίσεσθον

προστειχίσεσθον

복수 προστειχισόμεθα

προστειχίσεσθε

προστειχίσονται

기원법단수 προστειχισοίμην

προστειχίσοιο

προστειχίσοιτο

쌍수 προστειχίσοισθον

προστειχισοίσθην

복수 προστειχισοίμεθα

προστειχίσοισθε

προστειχίσοιντο

부정사 προστειχίσεσθαι

분사 남성여성중성
προστειχισομενος

προστειχισομενου

προστειχισομενη

προστειχισομενης

προστειχισομενον

προστειχισομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION