Ancient Greek-English Dictionary Language

προσόζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προσόζω

Structure: προς (Prefix) + ό̓ζ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to smell of, be redolent of

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσόζω προσόζεις προσόζει
Dual προσόζετον προσόζετον
Plural προσόζομεν προσόζετε προσόζουσιν*
SubjunctiveSingular προσόζω προσόζῃς προσόζῃ
Dual προσόζητον προσόζητον
Plural προσόζωμεν προσόζητε προσόζωσιν*
OptativeSingular προσόζοιμι προσόζοις προσόζοι
Dual προσόζοιτον προσοζοίτην
Plural προσόζοιμεν προσόζοιτε προσόζοιεν
ImperativeSingular προσόζε προσοζέτω
Dual προσόζετον προσοζέτων
Plural προσόζετε προσοζόντων, προσοζέτωσαν
Infinitive προσόζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσοζων προσοζοντος προσοζουσα προσοζουσης προσοζον προσοζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσόζομαι προσόζει, προσόζῃ προσόζεται
Dual προσόζεσθον προσόζεσθον
Plural προσοζόμεθα προσόζεσθε προσόζονται
SubjunctiveSingular προσόζωμαι προσόζῃ προσόζηται
Dual προσόζησθον προσόζησθον
Plural προσοζώμεθα προσόζησθε προσόζωνται
OptativeSingular προσοζοίμην προσόζοιο προσόζοιτο
Dual προσόζοισθον προσοζοίσθην
Plural προσοζοίμεθα προσόζοισθε προσόζοιντο
ImperativeSingular προσόζου προσοζέσθω
Dual προσόζεσθον προσοζέσθων
Plural προσόζεσθε προσοζέσθων, προσοζέσθωσαν
Infinitive προσόζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσοζομενος προσοζομενου προσοζομενη προσοζομενης προσοζομενον προσοζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to smell of

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION