헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ὄρχις

3군 변화 명사; 남/여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ὄρχις ὄρχεως

형태분석: ὀρχι (어간) + ς (어미)

  1. 고환, 불
  1. (masculine, often plural) testicle
  2. (masculine) ovary
  3. (masculine) orchid
  4. (feminine) a type of olive

곡용 정보

3군 변화
단수 쌍수 복수
주격 ὄρχις

고환이

ό̓ρχει

고환들이

ό̓ρχεις

고환들이

속격 ό̓ρχεως

고환의

ό̓ρχοιν

고환들의

ό̓ρχεων

고환들의

여격 ό̓ρχει

고환에게

ό̓ρχοιν

고환들에게

ό̓ρχεσιν*

고환들에게

대격 ό̓ρχιν

고환을

ό̓ρχει

고환들을

ό̓ρχεις

고환들을

호격 ό̓ρχι

고환아

ό̓ρχει

고환들아

ό̓ρχεις

고환들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὄρχεισ, ἔφη. (Lucian, (no name) 12:6)

    (루키아노스, (no name) 12:6)

  • τοιαῦτ’ ἀφελὼν κακὰ καὶ φόρτον καὶ βωμολοχεύματ’ ἀγεννῆ ἐποίησε τέχνην μεγάλην ἡμῖν κἀπύργωσ’ οἰκοδομήσασ ἔπεσιν μεγάλοισ καὶ διανοίαισ καὶ σκώμμασιν οὐκ ἀγοραίοισ, οὐκ ἰδιώτασ ἀνθρωπίσκουσ κωμῳδῶν οὐδὲ γυναῖκασ, ἀλλ’ Ἡρακλέουσ ὀργήν τιν’ ἔχων τοῖσι μεγίστοισ ἐπεχείρει, διαβὰσ βυρσῶν ὀσμὰσ δεινὰσ κἀπειλὰσ βορβοροθύμουσ, καὶ πρῶτον μὲν μάχομαι πάντων αὐτῷ τῷ καρχαρόδοντι, οὗ δεινόταται μὲν ἀπ’ ὀφθαλμῶν Κύννησ ἀκτῖνεσ ἔλαμπον, ἑκατὸν δὲ κύκλῳ κεφαλαὶ κολάκων οἰμωξομένων ἐλιχμῶντο περὶ τὴν κεφαλήν, φωνὴν δ’ εἶχεν χαράδρασ ὄλεθρον τετοκυίασ, φώκησ δ’ ὀσμήν, Λαμίασ ὄρχεισ ἀπλύτουσ, πρωκτὸν δὲ καμήλου. (Aristophanes, Peace, Parabasis, parabasis5)

    (아리스토파네스, Peace, Parabasis, parabasis5)

  • ποῖοσ γὰρ ἂν ἢ νέφροσ ἀντίσχοι, ποία ψυχή, ποῖοι δ’ ὄρχεισ, ποία δ’ ὀσφῦσ, ποῖοσ δ’ ὄρροσ κατατεινόμενοσ καὶ μὴ βινῶν τοὺσ ὄρθρουσ; (Aristophanes, Lysistrata, Lyric-Scene, lyric8)

    (아리스토파네스, Lysistrata, Lyric-Scene, lyric8)

  • ἐκ τοῦ σκίμποδοσ δάκνουσί μ’ ἐξέρποντεσ οἱ Κορίνθιοι, καὶ τὰσ πλευρὰσ δαρδάπτουσιν καὶ τὴν ψυχὴν ἐκπίνουσιν καὶ τοὺσ ὄρχεισ ἐξέλκουσιν καὶ τὸν πρωκτὸν διορύττουσιν, καί μ’ ἀπολοῦσιν. (Aristophanes, Clouds, Lyric-Scene, iambics5)

    (아리스토파네스, Clouds, Lyric-Scene, iambics5)

  • οὐδ’ ὅτε πρῶτόν γ’ ἦρξε διδάσκειν, ἀνθρώποισ φήσ’ ἐπιθέσθαι, ἀλλ’ Ἡρακλέουσ ὀργήν τιν’ ἔχων τοῖσι μεγίστοισ ἐπιχειρεῖν, θρασέωσ ξυστὰσ εὐθὺσ ἀπ’ ἀρχῆσ αὐτῷ τῷ καρχαρόδοντι, οὗ δεινόταται μὲν ἀπ’ ὀφθαλμῶν Κύννησ ἀκτῖνεσ ἔλαμπον, ἑκατὸν δὲ κύκλῳ κεφαλαὶ κολάκων οἰμωξομένων ἐλιχμῶντο περὶ τὴν κεφαλήν, φωνὴν δ’ εἶχεν χαράδρασ ὄλεθρον τετοκυίασ, φώκησ δ’ ὀσμήν, Λαμίασ ὄρχεισ ἀπλύτουσ, πρωκτὸν δὲ καμήλου. (Aristophanes, Wasps, Parabasis, parabasis7)

    (아리스토파네스, Wasps, Parabasis, parabasis7)

유의어

  1. 고환

  2. a type of olive

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION