Ancient Greek-English Dictionary Language

ὀξυβελής

Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὀξυβελής ὀξυβελές

Structure: ὀξυβελη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: be/los

Sense

  1. sharp-pointed

Examples

  • ἀπὸ γὰρ τοῦ κατάντουσ ἑώρων αὐτοὺσ ὑπὲρ τὸ τεῖχοσ ἐφ’ ἕνα συρρέοντασ τόπον καὶ μετρουμένουσ τὸ ὕδωρ, ἐφ’ ὃν καὶ τοῖσ ὀξυβελέσιν ἐξικνούμενοι πολλοὺσ ἀνῄρουν. (Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii, 229:1)
  • ταχὺ δ’ ἀποκαταστήσασ τὰ πεπονηκότα τοῦ χώματοσ καὶ τῇ πολυχειρίᾳ προκόψασ εἰσ βέλουσ ἄφεσιν ἐπέστησε τὰσ μηχανὰσ ἐπ’ ἄκρον τὸ χῶμα καὶ τοῖσ μὲν πετροβόλοισ κατέβαλλε τὰ τείχη, τοῖσ δ’ ὀξυβελέσιν ἀνεῖργε τοὺσ ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων ἐφεστῶτασ· (Diodorus Siculus, Library, book xvii, chapter 42 7:1)
  • ὁ δ’ Ἀλέξανδροσ ἐπιστήσασ ἐπὶ τοὺσ ἁρμόζοντασ τόπουσ τοὺσ πετροβόλουσ καταπέλτασ καὶ λίθουσ μεγάλουσ ἀφιεὶσ ἐσάλευε τὰ τείχη, τοῖσ δ’ ὀξυβελέσιν ἀπὸ τῶν πύργων τῶν ξυλίνων ἐκβάλλων βελῶν παντοδαπῶν πλῆθοσ δεινῶσ κατετίτρωσκε τοὺσ ἐφεστῶτασ τοῖσ τείχεσιν. (Diodorus Siculus, Library, book xvii, chapter 45 2:1)

Synonyms

  1. sharp-pointed

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION