Ancient Greek-English Dictionary Language

κυνικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: κυνικός κυνική κυνικόν

Structure: κυνικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ku/wn

Sense

  1. doglike

Examples

  • καὶ ὄνομα τῷ ἀνθρώπῳ Νάβαλ, καὶ ὄνομα τῇ γυναικὶ αὐτοῦ Ἀβιγαία. καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀγαθὴ συνέσει καὶ καλὴ τῷ εἴδει σφόδρα, καὶ ὁ ἄνθρωποσ σκληρὸσ καὶ πονηρὸσ ἐν ἐπιτηδεύμασι, καὶ ὁ ἄνθρωποσ κυνικόσ. (Septuagint, Liber I Samuelis 25:3)
  • εἶτα ὁ μὲν ἐπειρᾶτο λέγειν, ἐβόα δὲ ὁ Κυνικόσ, ὥστε ἀμήχανον ἦν ἄλλου ἀκούειν. (Lucian, De morte Peregrini, (no name) 6:4)
  • "φησὶν δὲ ὁ Βάκισ οὕτω, σφόδρα εὖ ἐπειπών, Ἀλλ’ ὁπόταν Κυνικὸσ πολυώνυμοσ ἐσ φλόγα πολλὴν πηδήσῃ δόξησ ὑπ’ ἐρινύι θυμὸν ὀρινθείσ, δὴ τότε τοὺσ ἄλλουσ κυναλώπεκασ, οἳ οἱ ἕπονται, μιμεῖσθαι χρὴ πότμον ἀποιχομένοιο λύκοιο. (Lucian, De morte Peregrini, (no name) 9:93)
  • κυνικὸσ γὰρ ἔφασκεν εἶναι τὸ πρόσθεν ἐπὶ τῆσ Ἑλλάδοσ, ἐνταῦθα δὲ Χρυσίππειοσ ἀκριβῶσ ἐστιν. (Lucian, Fugitivi, (no name) 31:10)
  • "τοῦτο μόνον εἰπεῖν ἔχω, ὅτι ἀντὶ Στωϊκοῦ ἤδη Κυνικὸσ ἡμῖν γεγένηται. (Lucian, De mercede, (no name) 34:10)

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION