헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καταγινέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καταγινέω

형태분석: κατ (접두사) + ἀγινέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 낮추다
  1. to bring down

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταγινῶ

(나는) 낮춘다

καταγινεῖς

(너는) 낮춘다

καταγινεῖ

(그는) 낮춘다

쌍수 καταγινεῖτον

(너희 둘은) 낮춘다

καταγινεῖτον

(그 둘은) 낮춘다

복수 καταγινοῦμεν

(우리는) 낮춘다

καταγινεῖτε

(너희는) 낮춘다

καταγινοῦσιν*

(그들은) 낮춘다

접속법단수 καταγινῶ

(나는) 낮추자

καταγινῇς

(너는) 낮추자

καταγινῇ

(그는) 낮추자

쌍수 καταγινῆτον

(너희 둘은) 낮추자

καταγινῆτον

(그 둘은) 낮추자

복수 καταγινῶμεν

(우리는) 낮추자

καταγινῆτε

(너희는) 낮추자

καταγινῶσιν*

(그들은) 낮추자

기원법단수 καταγινοῖμι

(나는) 낮추기를 (바라다)

καταγινοῖς

(너는) 낮추기를 (바라다)

καταγινοῖ

(그는) 낮추기를 (바라다)

쌍수 καταγινοῖτον

(너희 둘은) 낮추기를 (바라다)

καταγινοίτην

(그 둘은) 낮추기를 (바라다)

복수 καταγινοῖμεν

(우리는) 낮추기를 (바라다)

καταγινοῖτε

(너희는) 낮추기를 (바라다)

καταγινοῖεν

(그들은) 낮추기를 (바라다)

명령법단수 καταγίνει

(너는) 낮추어라

καταγινείτω

(그는) 낮추어라

쌍수 καταγινεῖτον

(너희 둘은) 낮추어라

καταγινείτων

(그 둘은) 낮추어라

복수 καταγινεῖτε

(너희는) 낮추어라

καταγινούντων, καταγινείτωσαν

(그들은) 낮추어라

부정사 καταγινεῖν

낮추는 것

분사 남성여성중성
καταγινων

καταγινουντος

καταγινουσα

καταγινουσης

καταγινουν

καταγινουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καταγινοῦμαι

(나는) 낮춰진다

καταγινεῖ, καταγινῇ

(너는) 낮춰진다

καταγινεῖται

(그는) 낮춰진다

쌍수 καταγινεῖσθον

(너희 둘은) 낮춰진다

καταγινεῖσθον

(그 둘은) 낮춰진다

복수 καταγινούμεθα

(우리는) 낮춰진다

καταγινεῖσθε

(너희는) 낮춰진다

καταγινοῦνται

(그들은) 낮춰진다

접속법단수 καταγινῶμαι

(나는) 낮춰지자

καταγινῇ

(너는) 낮춰지자

καταγινῆται

(그는) 낮춰지자

쌍수 καταγινῆσθον

(너희 둘은) 낮춰지자

καταγινῆσθον

(그 둘은) 낮춰지자

복수 καταγινώμεθα

(우리는) 낮춰지자

καταγινῆσθε

(너희는) 낮춰지자

καταγινῶνται

(그들은) 낮춰지자

기원법단수 καταγινοίμην

(나는) 낮춰지기를 (바라다)

καταγινοῖο

(너는) 낮춰지기를 (바라다)

καταγινοῖτο

(그는) 낮춰지기를 (바라다)

쌍수 καταγινοῖσθον

(너희 둘은) 낮춰지기를 (바라다)

καταγινοίσθην

(그 둘은) 낮춰지기를 (바라다)

복수 καταγινοίμεθα

(우리는) 낮춰지기를 (바라다)

καταγινοῖσθε

(너희는) 낮춰지기를 (바라다)

καταγινοῖντο

(그들은) 낮춰지기를 (바라다)

명령법단수 καταγινοῦ

(너는) 낮춰져라

καταγινείσθω

(그는) 낮춰져라

쌍수 καταγινεῖσθον

(너희 둘은) 낮춰져라

καταγινείσθων

(그 둘은) 낮춰져라

복수 καταγινεῖσθε

(너희는) 낮춰져라

καταγινείσθων, καταγινείσθωσαν

(그들은) 낮춰져라

부정사 καταγινεῖσθαι

낮춰지는 것

분사 남성여성중성
καταγινουμενος

καταγινουμενου

καταγινουμενη

καταγινουμενης

καταγινουμενον

καταγινουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατήγινουν

(나는) 낮추고 있었다

κατήγινεις

(너는) 낮추고 있었다

κατήγινειν*

(그는) 낮추고 있었다

쌍수 κατηγῖνειτον

(너희 둘은) 낮추고 있었다

κατηγίνειτην

(그 둘은) 낮추고 있었다

복수 κατηγῖνουμεν

(우리는) 낮추고 있었다

κατηγῖνειτε

(너희는) 낮추고 있었다

κατήγινουν

(그들은) 낮추고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατηγίνουμην

(나는) 낮춰지고 있었다

κατηγῖνου

(너는) 낮춰지고 있었다

κατηγῖνειτο

(그는) 낮춰지고 있었다

쌍수 κατηγῖνεισθον

(너희 둘은) 낮춰지고 있었다

κατηγίνεισθην

(그 둘은) 낮춰지고 있었다

복수 κατηγίνουμεθα

(우리는) 낮춰지고 있었다

κατηγῖνεισθε

(너희는) 낮춰지고 있었다

κατηγῖνουντο

(그들은) 낮춰지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 낮추다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION