Ancient Greek-English Dictionary Language

εἰλικρινής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: εἰλικρινής εἰλικρινές

Structure: εἰλικρινη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: The origin of ei)li- is uncertain.

Sense

  1. unmixed, without alloy, pure, pure, sheer
  2. without mixture, of itself, simply, absolutely

Examples

  • ἀτμὶσ γάρ ἐστι τῆσ τοῦ Θεοῦ δυνάμεωσ καὶ ἀπόρροια τῆσ τοῦ Παντοκράτοροσ δόξησ εἰλικρινήσ. διὰ τοῦτο οὐδὲν μεμιαμμένον εἰσ αὐτὴν παρεμπίπτει. (Septuagint, Liber Sapientiae 7:25)
  • δύσμικτον ὑπὸ τοῦ Πλάτωνοσ τὴν θατέρου φύσιν, οὐκ ἄδεκτον οὖσαν ἀλλὰ καὶ φίλην μεταβολῆσ μᾶλλον δὲ τὴν τοῦ ταὐτοῦ, μόνιμον καὶ δυσμετάβλητον οὖσαν, οὐ ῥᾳδίωσ προσίεσθαι μῖξιν ἀλλ’ ἀπωθεῖσθαι καὶ φεύγειν, ὅπωσ ἁπλῆ διαμείνῃ καὶ εἰλικρινὴσ καὶ ἀναλλοίωτοσ. (Plutarch, De animae procreatione in Timaeo, section 25 6:1)
  • εἰλικρινὴσ μὲν οὖν ἁρμονία καὶ ἀκραιφνὴσ χαρακτὴρ κατὰ πᾶν οὐκ ἂν εὑρεθείη παρ’ οὐδενὶ οὔτε ἐμμέτρων οὔτε πεζῶν ποιητῇ λόγων, οὐδὲ χρὴ μαρτύρια τοιαῦτα παρ’ οὐδενὸσ ἀπαιτεῖν. (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 372)
  • διὸ καὶ δίκην φεύγειν λέγεται νοθείασ ὑπὸ Τυφῶνοσ, ὡσ οὐκ ὢν καθαρὸσ οὐδ’ εἰλικρινὴσ οἱο͂σ ὁ πατήρ, λόγοσ αὐτὸσ καθ’ ἑαυτὸν ἀμιγὴσ καὶ ἀπαθήσ, ἀλλὰ νενοθευμένοσ τῇ ὕλῃ διὰ τὸ σωματικόν. (Plutarch, De Iside et Osiride, section 54 3:2)
  • οὐκοῦν, εἴ γ’ οὕτωσ ἔχει τοῦτο, εἰλικρινήσ τισ ἂν εἰή ἀδικία ἡ ἀχαριστία; (Xenophon, Memorabilia, , chapter 2 4:1)

Synonyms

  1. unmixed

  2. without mixture

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION