Ancient Greek-English Dictionary Language

δυσβάστακτος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: δυσβάστακτος δυσβάστακτον

Structure: δυσβαστακτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: basta/zw

Sense

  1. grievous to bear

Examples

  • βαρὺ λίθοσ καὶ δυσβάστακτον ἄμμοσ, ὀργὴ δὲ ἄφρονοσ βαρυτέρα ἀμφοτέρων. (Septuagint, Liber Proverbiorum 27:3)
  • ἢ φοβοῦνται τὸν πυρὸν ἐν ξηρῷ τρίβειν διὰ τοὺσ μύρμηκασ, εὐθὺσ γὰρ ἐπιτίθενται, εἰσ δὲ κριθὰσ ἧττον φέρονται, δυσβάστακτοι γάρ εἰσι καὶ δυσπαρακόμιστοι διὰ μέγεθοσ; (Plutarch, Quaestiones Naturales, chapter 16 3:1)
  • ὁ δὲ εἶπεν Καὶ ὑμῖν τοῖσ νομικοῖσ οὐαί, ὅτι φορτίζετε τοὺσ ἀνθρώπουσ φορτία δυσβάστακτα, καὶ αὐτοὶ ἑνὶ τῶν δακτύλων ὑμῶν οὐ προσψαύετε τοῖσ φορτίοισ. (, chapter 3 555:1)

Synonyms

  1. grievous to bear

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION