헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δοκιμή

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δοκιμή δοκιμῆς

형태분석: δοκιμ (어간) + η (어미)

어원: from do/kimos

  1. 재판, 테스트, 시험, 검사
  2. 성격, 자, 인격
  1. test, trial, examination
  2. The passing of a trial, character

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 δοκιμή

재판이

δοκιμᾱ́

재판들이

δοκιμαί

재판들이

속격 δοκιμῆς

재판의

δοκιμαῖν

재판들의

δοκιμῶν

재판들의

여격 δοκιμῇ

재판에게

δοκιμαῖν

재판들에게

δοκιμαῖς

재판들에게

대격 δοκιμήν

재판을

δοκιμᾱ́

재판들을

δοκιμᾱ́ς

재판들을

호격 δοκιμή

재판아

δοκιμᾱ́

재판들아

δοκιμαί

재판들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔτι κἀκεῖνο εἰπεῖν ἄξιον, ὅτι οὐδὲ τερπνὸν ἐν αὐτῇ τὸ κομιδῇ μυθῶδεσ καὶ τὸ τῶν ἐπαίνων μάλιστα πρόσαντεσ παῤ ἑκάτερον τοῖσ ἀκούουσιν, ἢν μὴ τὸν συρφετὸν καὶ τὸν πολὺν δῆμον ἐπινοῇσ, ἀλλὰ τοὺσ δικαστικῶσ καὶ νὴ Δία συκοφαντικῶσ προσέτι γε ἀκροασομένουσ, οὓσ οὐκ ἄν τι λάθοι παραδραμόν, ὀξύτερον μὲν τοῦ Ἄργου ὁρῶντασ καὶ πανταχόθεν τοῦ σώματοσ, ἀργυραμοιβικῶσ δὲ τῶν λεγομένων ἕκαστα ἐξετάζοντασ, ὡσ τὰ μὲν παρακεκομμένα εὐθὺσ ἀπορρίπτειν, παραδέχεσθαι δὲ τὰ δόκιμα καὶ ἔννομα καὶ ἀκριβῆ τὸν τύπον, πρὸσ οὓσ ἀποβλέποντα χρὴ συγγράφειν, τῶν δὲ ἄλλων ὀλίγον φροντίζειν, κἂν διαρραγῶσιν ἐπαινοῦντεσ. (Lucian, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 101)

    (루키아노스, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 101)

  • καὶ μόνη σοι αὕτη πιστὴ καὶ βέβαιοσ ἐλπὶσ ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν τε καὶ εὑρ́εσιν αὐτῆσ, άλλη δὲ οὐδ̓ ἡτισοῦν ἢ τὸ κρίνειν δύνασθαι καὶ χωρίζειν ἀπὸ τῶν ἀληθῶν τὰ ψευδῆ ὑπάρχειν σοι καὶ κατὰ τοὺσ ἀργυρογνώμονασ διαγιγνώσκειν ἅ τε δόκιμα καὶ ἀκίβδηλα καὶ ἃ παρακεκομμένα, καὶ εἴ ποτε τοιαύτην τινὰ δύναμιν καὶ τέχνην πορισάμενοσ ᾔεισ ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν λεγομένων· (Lucian, 140:1)

    (루키아노스, 140:1)

  • καὶ ἀπ’ ἐκείνου διαμεμένηκεν ἐν Αὐλίδι πάντα τὰ ἱερεῖα εἶναι δόκιμα. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 19 13:3)

    (파우사니아스, Description of Greece, , chapter 19 13:3)

유사 형태

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION