Ancient Greek-English Dictionary Language

διευθύνω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: διευθύνω διευθυνῶ

Structure: δι (Prefix) + εὐθύν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to set right, amend

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διευθύνω διευθύνεις διευθύνει
Dual διευθύνετον διευθύνετον
Plural διευθύνομεν διευθύνετε διευθύνουσιν*
SubjunctiveSingular διευθύνω διευθύνῃς διευθύνῃ
Dual διευθύνητον διευθύνητον
Plural διευθύνωμεν διευθύνητε διευθύνωσιν*
OptativeSingular διευθύνοιμι διευθύνοις διευθύνοι
Dual διευθύνοιτον διευθυνοίτην
Plural διευθύνοιμεν διευθύνοιτε διευθύνοιεν
ImperativeSingular διεύθυνε διευθυνέτω
Dual διευθύνετον διευθυνέτων
Plural διευθύνετε διευθυνόντων, διευθυνέτωσαν
Infinitive διευθύνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διευθυνων διευθυνοντος διευθυνουσα διευθυνουσης διευθυνον διευθυνοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διευθύνομαι διευθύνει, διευθύνῃ διευθύνεται
Dual διευθύνεσθον διευθύνεσθον
Plural διευθυνόμεθα διευθύνεσθε διευθύνονται
SubjunctiveSingular διευθύνωμαι διευθύνῃ διευθύνηται
Dual διευθύνησθον διευθύνησθον
Plural διευθυνώμεθα διευθύνησθε διευθύνωνται
OptativeSingular διευθυνοίμην διευθύνοιο διευθύνοιτο
Dual διευθύνοισθον διευθυνοίσθην
Plural διευθυνοίμεθα διευθύνοισθε διευθύνοιντο
ImperativeSingular διευθύνου διευθυνέσθω
Dual διευθύνεσθον διευθυνέσθων
Plural διευθύνεσθε διευθυνέσθων, διευθυνέσθωσαν
Infinitive διευθύνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διευθυνομενος διευθυνομενου διευθυνομενη διευθυνομενης διευθυνομενον διευθυνομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to set right

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION