헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διευθύνω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διευθύνω διευθυνῶ

형태분석: δι (접두사) + εὐθύν (어간) + ω (인칭어미)

  1. to set right, amend

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διευθύνω

διευθύνεις

διευθύνει

쌍수 διευθύνετον

διευθύνετον

복수 διευθύνομεν

διευθύνετε

διευθύνουσιν*

접속법단수 διευθύνω

διευθύνῃς

διευθύνῃ

쌍수 διευθύνητον

διευθύνητον

복수 διευθύνωμεν

διευθύνητε

διευθύνωσιν*

기원법단수 διευθύνοιμι

διευθύνοις

διευθύνοι

쌍수 διευθύνοιτον

διευθυνοίτην

복수 διευθύνοιμεν

διευθύνοιτε

διευθύνοιεν

명령법단수 διεύθυνε

διευθυνέτω

쌍수 διευθύνετον

διευθυνέτων

복수 διευθύνετε

διευθυνόντων, διευθυνέτωσαν

부정사 διευθύνειν

분사 남성여성중성
διευθυνων

διευθυνοντος

διευθυνουσα

διευθυνουσης

διευθυνον

διευθυνοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διευθύνομαι

διευθύνει, διευθύνῃ

διευθύνεται

쌍수 διευθύνεσθον

διευθύνεσθον

복수 διευθυνόμεθα

διευθύνεσθε

διευθύνονται

접속법단수 διευθύνωμαι

διευθύνῃ

διευθύνηται

쌍수 διευθύνησθον

διευθύνησθον

복수 διευθυνώμεθα

διευθύνησθε

διευθύνωνται

기원법단수 διευθυνοίμην

διευθύνοιο

διευθύνοιτο

쌍수 διευθύνοισθον

διευθυνοίσθην

복수 διευθυνοίμεθα

διευθύνοισθε

διευθύνοιντο

명령법단수 διευθύνου

διευθυνέσθω

쌍수 διευθύνεσθον

διευθυνέσθων

복수 διευθύνεσθε

διευθυνέσθων, διευθυνέσθωσαν

부정사 διευθύνεσθαι

분사 남성여성중성
διευθυνομενος

διευθυνομενου

διευθυνομενη

διευθυνομενης

διευθυνομενον

διευθυνομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ ὅπωσ μὴ καθάπερ νόμοισ προσέξεισ οἷσ ἂν λέγω πρὸσ σέ, ὡσ ἐξ ἅπαντοσ πιστεύειν αὐτοῖσ, ἀλλ’ ἔνθα ἄν σοι μὴ ὀρθῶσ τι λέγεσθαι δοκῇ, ἀντιλέγειν εὐθὺσ καὶ διευθύνειν τὸν λόγον. (Lucian, Anacharsis, (no name) 17:2)

    (루키아노스, Anacharsis, (no name) 17:2)

유의어

  1. to set right

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION