헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διακούω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διακούω διακούσομαι διακήκοα

형태분석: δι (접두사) + ἀκού (어간) + ω (인칭어미)

  1. to hear through, hear out or to the end, to hear or learn
  2. to be a hearer of

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακούω

διακούεις

διακούει

쌍수 διακούετον

διακούετον

복수 διακούομεν

διακούετε

διακούουσιν*

접속법단수 διακούω

διακούῃς

διακούῃ

쌍수 διακούητον

διακούητον

복수 διακούωμεν

διακούητε

διακούωσιν*

기원법단수 διακούοιμι

διακούοις

διακούοι

쌍수 διακούοιτον

διακουοίτην

복수 διακούοιμεν

διακούοιτε

διακούοιεν

명령법단수 διάκουε

διακουέτω

쌍수 διακούετον

διακουέτων

복수 διακούετε

διακουόντων, διακουέτωσαν

부정사 διακούειν

분사 남성여성중성
διακουων

διακουοντος

διακουουσα

διακουουσης

διακουον

διακουοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διακούομαι

διακούει, διακούῃ

διακούεται

쌍수 διακούεσθον

διακούεσθον

복수 διακουόμεθα

διακούεσθε

διακούονται

접속법단수 διακούωμαι

διακούῃ

διακούηται

쌍수 διακούησθον

διακούησθον

복수 διακουώμεθα

διακούησθε

διακούωνται

기원법단수 διακουοίμην

διακούοιο

διακούοιτο

쌍수 διακούοισθον

διακουοίσθην

복수 διακουοίμεθα

διακούοισθε

διακούοιντο

명령법단수 διακούου

διακουέσθω

쌍수 διακούεσθον

διακουέσθων

복수 διακούεσθε

διακουέσθων, διακουέσθωσαν

부정사 διακούεσθαι

분사 남성여성중성
διακουομενος

διακουομενου

διακουομενη

διακουομενης

διακουομενον

διακουομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πρὸσ δὲ τοῦτο ἀπαντήσαντοσ τοῦ τυράννου καὶ εἰπόντοσ ὡσ ταύτην τὴν ἡμέραν ἔχοι σχολάζουσαν πρὸσ τὸ διακούειν φιλοσόφων, ἔτι καὶ μᾶλλον αὐστηρότερον ἐνέκειτο, δεικνὺσ ἐπὶ τῆσ θυσίασ ὡσ χρὴ πάντα καιρὸν φιλοσόφων ἀκούειν· (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, B, Kef. iz'. MENEDHMOS 5:1)

    (디오게네스 라에르티오스, Lives of Eminent Philosophers, B, Kef. iz'. MENEDHMOS 5:1)

  • ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ὑγιάναντα διακούειν Πολέμωνοσ, ἐφ’ ᾧ καὶ μάλιστα θαυμασθῆναι. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, D, Kef. e'. KRANTWR 2:1)

    (디오게네스 라에르티오스, Lives of Eminent Philosophers, D, Kef. e'. KRANTWR 2:1)

유의어

  1. to hear through

  2. to be a hearer of

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION