δηιόω
ο-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
δηιόω
Structure:
δηιό
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to cut down, slay, to cleave asunder, to rend, tear, having had, cut off
- to waste or ravage
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- πολὺ δὲ μᾶλλον ὡσ Ὅμηροσ πεποίηκεν εὐχόμενον τὸν βασιλέα τῶν πάντων Ἑλλήνων, Ζεῦ κύδιστε, μέγιστε, κελαινεφέσ, αἰθέρι ναίων, μὴ πρὶν ἐπ’ ἠέλιον δῦναι καὶ ἐπὶ κνέφασ ἐλθεῖν, πρίν με καταπρηνὲσ βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον αἰθαλόεν, πρῆσαι δὲ πυρὸσ δηίοιο θύρετρα· (Dio, Chrysostom, Orationes, 79:1)
- Ζεῦ κύδιστε μέγιστε κελαινεφὲσ αἰθέρι ναίων μὴ πρὶν ἐπ’ ἠέλιον δῦναι καὶ ἐπὶ κνέφασ ἐλθεῖν πρίν με κατὰ πρηνὲσ βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον αἰθαλόεν, πρῆσαι δὲ πυρὸσ δηί̈οιο θύρετρα, Ἑκτόρεον δὲ χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαί̈ξαι χαλκῷ ῥωγαλέον· (Homer, Iliad, Book 2 32:10)
- ἀλλ’ ἄνα μὴ τάχα ἄστυ πυρὸσ δηί̈οιο θέρηται. (Homer, Iliad, Book 6 31:11)
- ἀλλ’ ὅτε κεν δὴ νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσι γένωμαι, μνημοσύνη τισ ἔπειτα πυρὸσ δηί̈οιο γενέσθω, ὡσ πυρὶ νῆασ ἐνιπρήσω, κτείνω δὲ καὶ αὐτοὺσ Ἀργείουσ παρὰ νηυσὶν ἀτυζομένουσ ὑπὸ καπνοῦ. (Homer, Iliad, Book 8 20:9)
- ἦ μένει εἰσ ὅ κε δὴ νῆεσ θοαὶ ἄγχι θαλάσσησ Ἀργείων ἀέκητι πυρὸσ δηί̈οιο θέρωνται, αὐτοί τε κτεινώμεθ’ ἐπισχερώ; (Homer, Iliad, Book 11 63:9)
Synonyms
-
to cut down
-
to waste or ravage
- κείρω (I ravage, waste)
- τρίβω (I waste, ravage)
- ἀνασκευάζω (to waste, ravage, destroy)
- πορθέω (to destroy, ravage, waste)
- πέρθω (to waste, ravage, sack)
- κατασύρω (to pull down, lay waste, ravage)
- ἀντιπορθέω (to ravage in return)