Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀπιάλλω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἀπιάλλω

Structure: ἀπ (Prefix) + ἰάλλ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to dispatch

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπιάλλω ἀπιάλλεις ἀπιάλλει
Dual ἀπιάλλετον ἀπιάλλετον
Plural ἀπιάλλομεν ἀπιάλλετε ἀπιάλλουσιν*
SubjunctiveSingular ἀπιάλλω ἀπιάλλῃς ἀπιάλλῃ
Dual ἀπιάλλητον ἀπιάλλητον
Plural ἀπιάλλωμεν ἀπιάλλητε ἀπιάλλωσιν*
OptativeSingular ἀπιάλλοιμι ἀπιάλλοις ἀπιάλλοι
Dual ἀπιάλλοιτον ἀπιαλλοίτην
Plural ἀπιάλλοιμεν ἀπιάλλοιτε ἀπιάλλοιεν
ImperativeSingular ἀπίαλλε ἀπιαλλέτω
Dual ἀπιάλλετον ἀπιαλλέτων
Plural ἀπιάλλετε ἀπιαλλόντων, ἀπιαλλέτωσαν
Infinitive ἀπιάλλειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπιαλλων ἀπιαλλοντος ἀπιαλλουσα ἀπιαλλουσης ἀπιαλλον ἀπιαλλοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπιάλλομαι ἀπιάλλει, ἀπιάλλῃ ἀπιάλλεται
Dual ἀπιάλλεσθον ἀπιάλλεσθον
Plural ἀπιαλλόμεθα ἀπιάλλεσθε ἀπιάλλονται
SubjunctiveSingular ἀπιάλλωμαι ἀπιάλλῃ ἀπιάλληται
Dual ἀπιάλλησθον ἀπιάλλησθον
Plural ἀπιαλλώμεθα ἀπιάλλησθε ἀπιάλλωνται
OptativeSingular ἀπιαλλοίμην ἀπιάλλοιο ἀπιάλλοιτο
Dual ἀπιάλλοισθον ἀπιαλλοίσθην
Plural ἀπιαλλοίμεθα ἀπιάλλοισθε ἀπιάλλοιντο
ImperativeSingular ἀπιάλλου ἀπιαλλέσθω
Dual ἀπιάλλεσθον ἀπιαλλέσθων
Plural ἀπιάλλεσθε ἀπιαλλέσθων, ἀπιαλλέσθωσαν
Infinitive ἀπιάλλεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπιαλλομενος ἀπιαλλομενου ἀπιαλλομενη ἀπιαλλομενης ἀπιαλλομενον ἀπιαλλομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to dispatch

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION