Ancient Greek-English Dictionary Language


ο-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ἀπανθρακόω

Structure: ἀπ (Prefix) + ἀνθρακό (Stem) + ω (Ending)


  1. to burn to a cinder


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπανθράκω ἀπανθράκοις ἀπανθράκοι
Dual ἀπανθράκουτον ἀπανθράκουτον
Plural ἀπανθράκουμεν ἀπανθράκουτε ἀπανθράκουσιν*
SubjunctiveSingular ἀπανθράκω ἀπανθράκοις ἀπανθράκοι
Dual ἀπανθράκωτον ἀπανθράκωτον
Plural ἀπανθράκωμεν ἀπανθράκωτε ἀπανθράκωσιν*
OptativeSingular ἀπανθράκοιμι ἀπανθράκοις ἀπανθράκοι
Dual ἀπανθράκοιτον ἀπανθρακοίτην
Plural ἀπανθράκοιμεν ἀπανθράκοιτε ἀπανθράκοιεν
ImperativeSingular ἀπανθρᾶκου ἀπανθρακοῦτω
Dual ἀπανθράκουτον ἀπανθρακοῦτων
Plural ἀπανθράκουτε ἀπανθρακοῦντων, ἀπανθρακοῦτωσαν
Infinitive ἀπανθράκουν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπανθρακων ἀπανθρακουντος ἀπανθρακουσα ἀπανθρακουσης ἀπανθρακουν ἀπανθρακουντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀπανθράκουμαι ἀπανθράκοι ἀπανθράκουται
Dual ἀπανθράκουσθον ἀπανθράκουσθον
Plural ἀπανθρακοῦμεθα ἀπανθράκουσθε ἀπανθράκουνται
SubjunctiveSingular ἀπανθράκωμαι ἀπανθράκοι ἀπανθράκωται
Dual ἀπανθράκωσθον ἀπανθράκωσθον
Plural ἀπανθρακώμεθα ἀπανθράκωσθε ἀπανθράκωνται
OptativeSingular ἀπανθρακοίμην ἀπανθράκοιο ἀπανθράκοιτο
Dual ἀπανθράκοισθον ἀπανθρακοίσθην
Plural ἀπανθρακοίμεθα ἀπανθράκοισθε ἀπανθράκοιντο
ImperativeSingular ἀπανθράκου ἀπανθρακοῦσθω
Dual ἀπανθράκουσθον ἀπανθρακοῦσθων
Plural ἀπανθράκουσθε ἀπανθρακοῦσθων, ἀπανθρακοῦσθωσαν
Infinitive ἀπανθράκουσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀπανθρακουμενος ἀπανθρακουμενου ἀπανθρακουμενη ἀπανθρακουμενης ἀπανθρακουμενον ἀπανθρακουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


  1. to burn to a cinder


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool