Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀντεμπίπρημι

-μι athematic Verb; Transliteration:

Principal Part: ἀντεμπίπρημι

Structure: ἀντ (Prefix) + ἐμπίπρᾱ (Stem) + μι (Ending)

Sense

  1. to set on fire in return

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀντεμπῖπρημι ἀντεμπῖπρης ἀντεμπῖπρησιν*
Dual ἀντεμπίπρατον ἀντεμπίπρατον
Plural ἀντεμπίπραμεν ἀντεμπίπρατε ἀντεμπιπράᾱσιν*
SubjunctiveSingular ἀντεμπίπρω ἀντεμπίπρῃς ἀντεμπίπρῃ
Dual ἀντεμπίπρητον ἀντεμπίπρητον
Plural ἀντεμπίπρωμεν ἀντεμπίπρητε ἀντεμπίπρωσιν*
OptativeSingular ἀντεμπιπραῖην ἀντεμπιπραῖης ἀντεμπιπραῖη
Dual ἀντεμπιπραῖητον ἀντεμπιπραίητην
Plural ἀντεμπιπραῖημεν ἀντεμπιπραῖητε ἀντεμπιπραῖησαν
ImperativeSingular ἀντεμπῖπρᾱ ἀντεμπιπράτω
Dual ἀντεμπίπρατον ἀντεμπιπράτων
Plural ἀντεμπίπρατε ἀντεμπιπράντων
Infinitive ἀντεμπιπράναι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀντεμπιπρᾱς ἀντεμπιπραντος ἀντεμπιπρᾱσα ἀντεμπιπρᾱσης ἀντεμπιπραν ἀντεμπιπραντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἀντεμπίπραμαι ἀντεμπίπρασαι ἀντεμπίπραται
Dual ἀντεμπίπρασθον ἀντεμπίπρασθον
Plural ἀντεμπιπράμεθα ἀντεμπίπρασθε ἀντεμπίπρανται
SubjunctiveSingular ἀντεμπίπρωμαι ἀντεμπίπρῃ ἀντεμπίπρηται
Dual ἀντεμπίπρησθον ἀντεμπίπρησθον
Plural ἀντεμπιπρώμεθα ἀντεμπίπρησθε ἀντεμπίπρωνται
OptativeSingular ἀντεμπιπραῖμην ἀντεμπίπραιο ἀντεμπίπραιτο
Dual ἀντεμπίπραισθον ἀντεμπιπραῖσθην
Plural ἀντεμπιπραῖμεθα ἀντεμπίπραισθε ἀντεμπίπραιντο
ImperativeSingular ἀντεμπίπρασο ἀντεμπιπράσθω
Dual ἀντεμπίπρασθον ἀντεμπιπράσθων
Plural ἀντεμπίπρασθε ἀντεμπιπράσθων
Infinitive ἀντεμπίπρασθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἀντεμπιπραμενος ἀντεμπιπραμενου ἀντεμπιπραμενη ἀντεμπιπραμενης ἀντεμπιπραμενον ἀντεμπιπραμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to set on fire in return

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION