- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀκαλλής?

Third declension Adjective; Transliteration: akallēs

Principal Part: ἀκαλλής ἀκαλλές

Structure: ἀκαλλη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: κάλλος

Sense

  1. without charms

Examples

  • εἰ δὲ τοῦτο ἐναλλάξειας, ἀκαλλὲς τὸ αὐτὸ παρὰ τὴν χρῆσιν γίγνεται. (Lucian, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 11 1:2)
  • καὶ ἐπειδὰν ἀθροίσῃ ἅπαντα ἢ τὰ πλεῖστα, πρῶτα μὲν ὑπόμνημά τι συνυφαινέτω αὐτῶν καὶ σῶμα ποιείτω ἀκαλλὲς ἔτι καὶ ἀδιάρθρωτον: (Lucian, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 481)
  • "ἐγὼ μὲν γὰρ οὐδὲ δρυὸς οὐδὲ μορίας οὐδ ἣν Ὅμηρος ἡμερίδα σεμνύνων προσεῖπεν ἀκαλλέστερον ἔρνος οὐδὲ φαυλότερον ἡγοῦμαι φυτὸν ἄνθρωπον, ὦ φίλε Δαφναῖε, βλαστήσεως ὁρμὴν ἔχοντα διαφαίνουσαν ὡρ´αν καὶ κάλλος ἅμα σώματος καὶ ψυχῆς. (Plutarch, Amatorius, section 14 1:8)

Synonyms

  1. without charms

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION