헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στολίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στολίζω

형태분석: στολίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: stoli/s

  1. 옷 입히다, 옷을 입히다, 입다, 양념하다
  2. 꾸미다, 장식하다, 윤색하다
  1. to put in trim, having trimmed
  2. to equip, dress, armed
  3. to deck, adorn

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στολίζω

στολίζεις

στολίζει

쌍수 στολίζετον

στολίζετον

복수 στολίζομεν

στολίζετε

στολίζουσιν*

접속법단수 στολίζω

στολίζῃς

στολίζῃ

쌍수 στολίζητον

στολίζητον

복수 στολίζωμεν

στολίζητε

στολίζωσιν*

기원법단수 στολίζοιμι

στολίζοις

στολίζοι

쌍수 στολίζοιτον

στολιζοίτην

복수 στολίζοιμεν

στολίζοιτε

στολίζοιεν

명령법단수 στόλιζε

στολιζέτω

쌍수 στολίζετον

στολιζέτων

복수 στολίζετε

στολιζόντων, στολιζέτωσαν

부정사 στολίζειν

분사 남성여성중성
στολιζων

στολιζοντος

στολιζουσα

στολιζουσης

στολιζον

στολιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στολίζομαι

στολίζει, στολίζῃ

στολίζεται

쌍수 στολίζεσθον

στολίζεσθον

복수 στολιζόμεθα

στολίζεσθε

στολίζονται

접속법단수 στολίζωμαι

στολίζῃ

στολίζηται

쌍수 στολίζησθον

στολίζησθον

복수 στολιζώμεθα

στολίζησθε

στολίζωνται

기원법단수 στολιζοίμην

στολίζοιο

στολίζοιτο

쌍수 στολίζοισθον

στολιζοίσθην

복수 στολιζοίμεθα

στολίζοισθε

στολίζοιντο

명령법단수 στολίζου

στολιζέσθω

쌍수 στολίζεσθον

στολιζέσθων

복수 στολίζεσθε

στολιζέσθων, στολιζέσθωσαν

부정사 στολίζεσθαι

분사 남성여성중성
στολιζομενος

στολιζομενου

στολιζομενη

στολιζομενης

στολιζομενον

στολιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to put in trim

  2. 옷 입히다

  3. 꾸미다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION