Ancient Greek-English Dictionary Language

σχεδιάζω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: σχεδιάζω σχεδιάσω

Structure: σχεδιάζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: sxe/dios

Sense

  1. to do, off-hand

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular σχεδιάζω σχεδιάζεις σχεδιάζει
Dual σχεδιάζετον σχεδιάζετον
Plural σχεδιάζομεν σχεδιάζετε σχεδιάζουσιν*
SubjunctiveSingular σχεδιάζω σχεδιάζῃς σχεδιάζῃ
Dual σχεδιάζητον σχεδιάζητον
Plural σχεδιάζωμεν σχεδιάζητε σχεδιάζωσιν*
OptativeSingular σχεδιάζοιμι σχεδιάζοις σχεδιάζοι
Dual σχεδιάζοιτον σχεδιαζοίτην
Plural σχεδιάζοιμεν σχεδιάζοιτε σχεδιάζοιεν
ImperativeSingular σχεδίαζε σχεδιαζέτω
Dual σχεδιάζετον σχεδιαζέτων
Plural σχεδιάζετε σχεδιαζόντων, σχεδιαζέτωσαν
Infinitive σχεδιάζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
σχεδιαζων σχεδιαζοντος σχεδιαζουσα σχεδιαζουσης σχεδιαζον σχεδιαζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular σχεδιάζομαι σχεδιάζει, σχεδιάζῃ σχεδιάζεται
Dual σχεδιάζεσθον σχεδιάζεσθον
Plural σχεδιαζόμεθα σχεδιάζεσθε σχεδιάζονται
SubjunctiveSingular σχεδιάζωμαι σχεδιάζῃ σχεδιάζηται
Dual σχεδιάζησθον σχεδιάζησθον
Plural σχεδιαζώμεθα σχεδιάζησθε σχεδιάζωνται
OptativeSingular σχεδιαζοίμην σχεδιάζοιο σχεδιάζοιτο
Dual σχεδιάζοισθον σχεδιαζοίσθην
Plural σχεδιαζοίμεθα σχεδιάζοισθε σχεδιάζοιντο
ImperativeSingular σχεδιάζου σχεδιαζέσθω
Dual σχεδιάζεσθον σχεδιαζέσθων
Plural σχεδιάζεσθε σχεδιαζέσθων, σχεδιαζέσθωσαν
Infinitive σχεδιάζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
σχεδιαζομενος σχεδιαζομενου σχεδιαζομενη σχεδιαζομενης σχεδιαζομενον σχεδιαζομενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to do

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION