헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σχεδιάζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σχεδιάζω σχεδιάσω

형태분석: σχεδιάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: sxe/dios

  1. 하다, 같이하다, 만들다
  1. to do, off-hand

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σχεδιάζω

(나는) 한다

σχεδιάζεις

(너는) 한다

σχεδιάζει

(그는) 한다

쌍수 σχεδιάζετον

(너희 둘은) 한다

σχεδιάζετον

(그 둘은) 한다

복수 σχεδιάζομεν

(우리는) 한다

σχεδιάζετε

(너희는) 한다

σχεδιάζουσιν*

(그들은) 한다

접속법단수 σχεδιάζω

(나는) 하자

σχεδιάζῃς

(너는) 하자

σχεδιάζῃ

(그는) 하자

쌍수 σχεδιάζητον

(너희 둘은) 하자

σχεδιάζητον

(그 둘은) 하자

복수 σχεδιάζωμεν

(우리는) 하자

σχεδιάζητε

(너희는) 하자

σχεδιάζωσιν*

(그들은) 하자

기원법단수 σχεδιάζοιμι

(나는) 하기를 (바라다)

σχεδιάζοις

(너는) 하기를 (바라다)

σχεδιάζοι

(그는) 하기를 (바라다)

쌍수 σχεδιάζοιτον

(너희 둘은) 하기를 (바라다)

σχεδιαζοίτην

(그 둘은) 하기를 (바라다)

복수 σχεδιάζοιμεν

(우리는) 하기를 (바라다)

σχεδιάζοιτε

(너희는) 하기를 (바라다)

σχεδιάζοιεν

(그들은) 하기를 (바라다)

명령법단수 σχεδίαζε

(너는) 해라

σχεδιαζέτω

(그는) 해라

쌍수 σχεδιάζετον

(너희 둘은) 해라

σχεδιαζέτων

(그 둘은) 해라

복수 σχεδιάζετε

(너희는) 해라

σχεδιαζόντων, σχεδιαζέτωσαν

(그들은) 해라

부정사 σχεδιάζειν

하는 것

분사 남성여성중성
σχεδιαζων

σχεδιαζοντος

σχεδιαζουσα

σχεδιαζουσης

σχεδιαζον

σχεδιαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σχεδιάζομαι

(나는) 된다

σχεδιάζει, σχεδιάζῃ

(너는) 된다

σχεδιάζεται

(그는) 된다

쌍수 σχεδιάζεσθον

(너희 둘은) 된다

σχεδιάζεσθον

(그 둘은) 된다

복수 σχεδιαζόμεθα

(우리는) 된다

σχεδιάζεσθε

(너희는) 된다

σχεδιάζονται

(그들은) 된다

접속법단수 σχεδιάζωμαι

(나는) 되자

σχεδιάζῃ

(너는) 되자

σχεδιάζηται

(그는) 되자

쌍수 σχεδιάζησθον

(너희 둘은) 되자

σχεδιάζησθον

(그 둘은) 되자

복수 σχεδιαζώμεθα

(우리는) 되자

σχεδιάζησθε

(너희는) 되자

σχεδιάζωνται

(그들은) 되자

기원법단수 σχεδιαζοίμην

(나는) 되기를 (바라다)

σχεδιάζοιο

(너는) 되기를 (바라다)

σχεδιάζοιτο

(그는) 되기를 (바라다)

쌍수 σχεδιάζοισθον

(너희 둘은) 되기를 (바라다)

σχεδιαζοίσθην

(그 둘은) 되기를 (바라다)

복수 σχεδιαζοίμεθα

(우리는) 되기를 (바라다)

σχεδιάζοισθε

(너희는) 되기를 (바라다)

σχεδιάζοιντο

(그들은) 되기를 (바라다)

명령법단수 σχεδιάζου

(너는) 되어라

σχεδιαζέσθω

(그는) 되어라

쌍수 σχεδιάζεσθον

(너희 둘은) 되어라

σχεδιαζέσθων

(그 둘은) 되어라

복수 σχεδιάζεσθε

(너희는) 되어라

σχεδιαζέσθων, σχεδιαζέσθωσαν

(그들은) 되어라

부정사 σχεδιάζεσθαι

되는 것

분사 남성여성중성
σχεδιαζομενος

σχεδιαζομενου

σχεδιαζομενη

σχεδιαζομενης

σχεδιαζομενον

σχεδιαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σχεδιάσω

(나는) 하겠다

σχεδιάσεις

(너는) 하겠다

σχεδιάσει

(그는) 하겠다

쌍수 σχεδιάσετον

(너희 둘은) 하겠다

σχεδιάσετον

(그 둘은) 하겠다

복수 σχεδιάσομεν

(우리는) 하겠다

σχεδιάσετε

(너희는) 하겠다

σχεδιάσουσιν*

(그들은) 하겠다

기원법단수 σχεδιάσοιμι

(나는) 하겠기를 (바라다)

σχεδιάσοις

(너는) 하겠기를 (바라다)

σχεδιάσοι

(그는) 하겠기를 (바라다)

쌍수 σχεδιάσοιτον

(너희 둘은) 하겠기를 (바라다)

σχεδιασοίτην

(그 둘은) 하겠기를 (바라다)

복수 σχεδιάσοιμεν

(우리는) 하겠기를 (바라다)

σχεδιάσοιτε

(너희는) 하겠기를 (바라다)

σχεδιάσοιεν

(그들은) 하겠기를 (바라다)

부정사 σχεδιάσειν

할 것

분사 남성여성중성
σχεδιασων

σχεδιασοντος

σχεδιασουσα

σχεδιασουσης

σχεδιασον

σχεδιασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σχεδιάσομαι

(나는) 되겠다

σχεδιάσει, σχεδιάσῃ

(너는) 되겠다

σχεδιάσεται

(그는) 되겠다

쌍수 σχεδιάσεσθον

(너희 둘은) 되겠다

σχεδιάσεσθον

(그 둘은) 되겠다

복수 σχεδιασόμεθα

(우리는) 되겠다

σχεδιάσεσθε

(너희는) 되겠다

σχεδιάσονται

(그들은) 되겠다

기원법단수 σχεδιασοίμην

(나는) 되겠기를 (바라다)

σχεδιάσοιο

(너는) 되겠기를 (바라다)

σχεδιάσοιτο

(그는) 되겠기를 (바라다)

쌍수 σχεδιάσοισθον

(너희 둘은) 되겠기를 (바라다)

σχεδιασοίσθην

(그 둘은) 되겠기를 (바라다)

복수 σχεδιασοίμεθα

(우리는) 되겠기를 (바라다)

σχεδιάσοισθε

(너희는) 되겠기를 (바라다)

σχεδιάσοιντο

(그들은) 되겠기를 (바라다)

부정사 σχεδιάσεσθαι

될 것

분사 남성여성중성
σχεδιασομενος

σχεδιασομενου

σχεδιασομενη

σχεδιασομενης

σχεδιασομενον

σχεδιασομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσχεδίαζον

(나는) 하고 있었다

ἐσχεδίαζες

(너는) 하고 있었다

ἐσχεδίαζεν*

(그는) 하고 있었다

쌍수 ἐσχεδιάζετον

(너희 둘은) 하고 있었다

ἐσχεδιαζέτην

(그 둘은) 하고 있었다

복수 ἐσχεδιάζομεν

(우리는) 하고 있었다

ἐσχεδιάζετε

(너희는) 하고 있었다

ἐσχεδίαζον

(그들은) 하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσχεδιαζόμην

(나는) 되고 있었다

ἐσχεδιάζου

(너는) 되고 있었다

ἐσχεδιάζετο

(그는) 되고 있었다

쌍수 ἐσχεδιάζεσθον

(너희 둘은) 되고 있었다

ἐσχεδιαζέσθην

(그 둘은) 되고 있었다

복수 ἐσχεδιαζόμεθα

(우리는) 되고 있었다

ἐσχεδιάζεσθε

(너희는) 되고 있었다

ἐσχεδιάζοντο

(그들은) 되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 하다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION