Ancient Greek-English Dictionary Language

혹시 다음 단어를 찾고 계신가요? χηρόω κληρόω κατακηρόω
κηροχίτων
(), clad in wax
κηροχυτέω
(Verb), to make waxen cells
κηρόχυτος
(Adjective), moulded of wax.
κῆρυξ
(Noun), 사자, 포고인, 정리, 전령##사자, 포고인
κήρυγμα
(Noun), 선언, 선포, 조례, 법령##
κηρυκεία
(Noun), the office of herald or crier
καρύκειον
(Noun), a herald's wand
κηρύκευμα
(Noun), 메시지, 선언, 편지
κηρυκεύω
(Verb), ##알리다, 공표하다, 선언하다
κηρυκικός
(Adjective), of heralds
κηρύλος
(Noun), 물총새
κηρύσσω
(Verb), 설교하다, 전도하다##공표하다, 선언하다
κήτειος
(Adjective), of sea monsters
κητοφόνος
(Adjective), killing sea-monsters
κῆτος
(Noun), 고래, 고래자리##구렁, 심연
κητώεις
(Adjective), full of hollows or ravines
κηώδης
(Adjective), 향기로운, 달콤한 향기가 나는
κηώεις
(Adjective),
κιβδηλεύω
(Verb), 불순하게 하다, 위조하다##
κιβδηλία
(Noun), 협잡질, 기만, 속임수, 더럽힘

SEARCH

MENU NAVIGATION