헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συσφάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συσφάζω

형태분석: συ (접두사) + σφάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to slay along with, to be slain with another

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συσφάζω

συσφάζεις

συσφάζει

쌍수 συσφάζετον

συσφάζετον

복수 συσφάζομεν

συσφάζετε

συσφάζουσιν*

접속법단수 συσφάζω

συσφάζῃς

συσφάζῃ

쌍수 συσφάζητον

συσφάζητον

복수 συσφάζωμεν

συσφάζητε

συσφάζωσιν*

기원법단수 συσφάζοιμι

συσφάζοις

συσφάζοι

쌍수 συσφάζοιτον

συσφαζοίτην

복수 συσφάζοιμεν

συσφάζοιτε

συσφάζοιεν

명령법단수 συσφάζε

συσφαζέτω

쌍수 συσφάζετον

συσφαζέτων

복수 συσφάζετε

συσφαζόντων, συσφαζέτωσαν

부정사 συσφάζειν

분사 남성여성중성
συσφαζων

συσφαζοντος

συσφαζουσα

συσφαζουσης

συσφαζον

συσφαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συσφάζομαι

συσφάζει, συσφάζῃ

συσφάζεται

쌍수 συσφάζεσθον

συσφάζεσθον

복수 συσφαζόμεθα

συσφάζεσθε

συσφάζονται

접속법단수 συσφάζωμαι

συσφάζῃ

συσφάζηται

쌍수 συσφάζησθον

συσφάζησθον

복수 συσφαζώμεθα

συσφάζησθε

συσφάζωνται

기원법단수 συσφαζοίμην

συσφάζοιο

συσφάζοιτο

쌍수 συσφάζοισθον

συσφαζοίσθην

복수 συσφαζοίμεθα

συσφάζοισθε

συσφάζοιντο

명령법단수 συσφάζου

συσφαζέσθω

쌍수 συσφάζεσθον

συσφαζέσθων

복수 συσφάζεσθε

συσφαζέσθων, συσφαζέσθωσαν

부정사 συσφάζεσθαι

분사 남성여성중성
συσφαζομενος

συσφαζομενου

συσφαζομενη

συσφαζομενης

συσφαζομενον

συσφαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to slay along with

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION