- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συναλγέω?

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: synalgeō 고전 발음: [쉬날게오:] 신약 발음: [쉬날개오]

기본형: συναλγέω συναλγήσω

형태분석: συν (접두사) + ἀλγέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to share in suffering, sympathise, those who are partners in sorrow
  2. to sympathise, shew sympathy at or in

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συναλγῶ

συναλγεῖς

συναλγεῖ

쌍수 συναλγεῖτον

συναλγεῖτον

복수 συναλγοῦμεν

συναλγεῖτε

συναλγοῦσι(ν)

접속법단수 συναλγῶ

συναλγῇς

συναλγῇ

쌍수 συναλγῆτον

συναλγῆτον

복수 συναλγῶμεν

συναλγῆτε

συναλγῶσι(ν)

기원법단수 συναλγοῖμι

συναλγοῖς

συναλγοῖ

쌍수 συναλγοῖτον

συναλγοίτην

복수 συναλγοῖμεν

συναλγοῖτε

συναλγοῖεν

명령법단수 συνάλγει

συναλγείτω

쌍수 συναλγεῖτον

συναλγείτων

복수 συναλγεῖτε

συναλγούντων, συναλγείτωσαν

부정사 συναλγεῖν

분사 남성여성중성
συναλγων

συναλγουντος

συναλγουσα

συναλγουσης

συναλγουν

συναλγουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συναλγοῦμαι

συναλγεῖ, συναλγῇ

συναλγεῖται

쌍수 συναλγεῖσθον

συναλγεῖσθον

복수 συναλγούμεθα

συναλγεῖσθε

συναλγοῦνται

접속법단수 συναλγῶμαι

συναλγῇ

συναλγῆται

쌍수 συναλγῆσθον

συναλγῆσθον

복수 συναλγώμεθα

συναλγῆσθε

συναλγῶνται

기원법단수 συναλγοίμην

συναλγοῖο

συναλγοῖτο

쌍수 συναλγοῖσθον

συναλγοίσθην

복수 συναλγοίμεθα

συναλγοῖσθε

συναλγοῖντο

명령법단수 συναλγοῦ

συναλγείσθω

쌍수 συναλγεῖσθον

συναλγείσθων

복수 συναλγεῖσθε

συναλγείσθων, συναλγείσθωσαν

부정사 συναλγεῖσθαι

분사 남성여성중성
συναλγουμενος

συναλγουμενου

συναλγουμενη

συναλγουμενης

συναλγουμενον

συναλγουμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • συναλγεῖ δ, ὡς ἐοίκε, σοῖς κακοῖς. (Euripides, Rhesus, episode, iambic 2:20)

    (에우리피데스, Rhesus, episode, iambic 2:20)

  • τι τῶν εὐσχημόνων καὶ συμφερόντων, ἀλλ ἐκτρέπονται πρὸς τὰς ἐσχάτας ταλαιπωρίας, τὸ μηδὲν αἴτιον σῶμα τιμωρούμενοι καὶ τὰ μὴ νοσοῦντα κατὰ τὸν Ἀχαιὸν συναλγεῖν, ἀναγκάζοντες. (Plutarch, Consolatio ad Apollonium, chapter, section 21 5:1)

    (플루타르코스, Consolatio ad Apollonium, chapter, section 21 5:1)

  • Βροῦτος δὲ τῆς Κικέρωνος τελευτῆς τῇ αἰτίᾳ φησὶν αἰσχύνεσθαι μᾶλλον ἢ τῷ πάθει συναλγεῖν, ἐγκαλεῖν δὲ τοῖς ἐπὶ Ῥώμης φίλοις: (Plutarch, Brutus, chapter 28 2:1)

    (플루타르코스, Brutus, chapter 28 2:1)

  • ὅπου γὰρ ἔνιοι τῶν φιλοσόφων καὶ τὸν ἔλεον ψέγουσι πρὸς ἀτυχοῦντας ἀνθρώπους γινόμενον, ὡς καλοῦ τοῦ βοηθεῖν οὐ τοῦ συναλγεῖν καὶ συνενδιδόναι τοῖς πλησίον ὄντος: (Plutarch, De tranquilitate animi, section 7 1:4)

    (플루타르코스, De tranquilitate animi, section 7 1:4)

  • ὅπου γὰρ ἔνιοι τῶν φιλοσόφων καὶ τὸν ἔλεον ψέγουσι πρὸς ἀτυχοῦντας ἀνθρώπους γιγνόμενον, ὡς καλοῦ τοῦ βοηθεῖν οὐ τοῦ συναλγεῖν καὶ συνενδιδόναι τοῖς πλησίον ὄντος: (Plutarch, De tranquilitate animi, section 7 7:2)

    (플루타르코스, De tranquilitate animi, section 7 7:2)

유의어

  1. to sympathise

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION