헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμπαιανίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμπαιανίζω συμπαιανίσω

형태분석: συμπαιανίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to sing paeans

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαιανίζω

συμπαιανίζεις

συμπαιανίζει

쌍수 συμπαιανίζετον

συμπαιανίζετον

복수 συμπαιανίζομεν

συμπαιανίζετε

συμπαιανίζουσιν*

접속법단수 συμπαιανίζω

συμπαιανίζῃς

συμπαιανίζῃ

쌍수 συμπαιανίζητον

συμπαιανίζητον

복수 συμπαιανίζωμεν

συμπαιανίζητε

συμπαιανίζωσιν*

기원법단수 συμπαιανίζοιμι

συμπαιανίζοις

συμπαιανίζοι

쌍수 συμπαιανίζοιτον

συμπαιανιζοίτην

복수 συμπαιανίζοιμεν

συμπαιανίζοιτε

συμπαιανίζοιεν

명령법단수 συμπαιάνιζε

συμπαιανιζέτω

쌍수 συμπαιανίζετον

συμπαιανιζέτων

복수 συμπαιανίζετε

συμπαιανιζόντων, συμπαιανιζέτωσαν

부정사 συμπαιανίζειν

분사 남성여성중성
συμπαιανιζων

συμπαιανιζοντος

συμπαιανιζουσα

συμπαιανιζουσης

συμπαιανιζον

συμπαιανιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαιανίζομαι

συμπαιανίζει, συμπαιανίζῃ

συμπαιανίζεται

쌍수 συμπαιανίζεσθον

συμπαιανίζεσθον

복수 συμπαιανιζόμεθα

συμπαιανίζεσθε

συμπαιανίζονται

접속법단수 συμπαιανίζωμαι

συμπαιανίζῃ

συμπαιανίζηται

쌍수 συμπαιανίζησθον

συμπαιανίζησθον

복수 συμπαιανιζώμεθα

συμπαιανίζησθε

συμπαιανίζωνται

기원법단수 συμπαιανιζοίμην

συμπαιανίζοιο

συμπαιανίζοιτο

쌍수 συμπαιανίζοισθον

συμπαιανιζοίσθην

복수 συμπαιανιζοίμεθα

συμπαιανίζοισθε

συμπαιανίζοιντο

명령법단수 συμπαιανίζου

συμπαιανιζέσθω

쌍수 συμπαιανίζεσθον

συμπαιανιζέσθων

복수 συμπαιανίζεσθε

συμπαιανιζέσθων, συμπαιανιζέσθωσαν

부정사 συμπαιανίζεσθαι

분사 남성여성중성
συμπαιανιζομενος

συμπαιανιζομενου

συμπαιανιζομενη

συμπαιανιζομενης

συμπαιανιζομενον

συμπαιανιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαιανίσω

συμπαιανίσεις

συμπαιανίσει

쌍수 συμπαιανίσετον

συμπαιανίσετον

복수 συμπαιανίσομεν

συμπαιανίσετε

συμπαιανίσουσιν*

기원법단수 συμπαιανίσοιμι

συμπαιανίσοις

συμπαιανίσοι

쌍수 συμπαιανίσοιτον

συμπαιανισοίτην

복수 συμπαιανίσοιμεν

συμπαιανίσοιτε

συμπαιανίσοιεν

부정사 συμπαιανίσειν

분사 남성여성중성
συμπαιανισων

συμπαιανισοντος

συμπαιανισουσα

συμπαιανισουσης

συμπαιανισον

συμπαιανισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαιανίσομαι

συμπαιανίσει, συμπαιανίσῃ

συμπαιανίσεται

쌍수 συμπαιανίσεσθον

συμπαιανίσεσθον

복수 συμπαιανισόμεθα

συμπαιανίσεσθε

συμπαιανίσονται

기원법단수 συμπαιανισοίμην

συμπαιανίσοιο

συμπαιανίσοιτο

쌍수 συμπαιανίσοισθον

συμπαιανισοίσθην

복수 συμπαιανισοίμεθα

συμπαιανίσοισθε

συμπαιανίσοιντο

부정사 συμπαιανίσεσθαι

분사 남성여성중성
συμπαιανισομενος

συμπαιανισομενου

συμπαιανισομενη

συμπαιανισομενης

συμπαιανισομενον

συμπαιανισομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to sing paeans

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION