Ancient Greek-English Dictionary Language

συγκυρέω

ε-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συγκυρέω συνέκυρσα

Structure: συγ (Prefix) + κυρέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to come together by chance, to meet with, art involved
  2. by chance
  3. to happen, occur, it came to pass
  4. to be contiguous to

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκύρω συγκύρεις συγκύρει
Dual συγκύρειτον συγκύρειτον
Plural συγκύρουμεν συγκύρειτε συγκύρουσιν*
SubjunctiveSingular συγκύρω συγκύρῃς συγκύρῃ
Dual συγκύρητον συγκύρητον
Plural συγκύρωμεν συγκύρητε συγκύρωσιν*
OptativeSingular συγκύροιμι συγκύροις συγκύροι
Dual συγκύροιτον συγκυροίτην
Plural συγκύροιμεν συγκύροιτε συγκύροιεν
ImperativeSingular συγκῦρει συγκυρεῖτω
Dual συγκύρειτον συγκυρεῖτων
Plural συγκύρειτε συγκυροῦντων, συγκυρεῖτωσαν
Infinitive συγκύρειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκυρων συγκυρουντος συγκυρουσα συγκυρουσης συγκυρουν συγκυρουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκύρουμαι συγκύρει, συγκύρῃ συγκύρειται
Dual συγκύρεισθον συγκύρεισθον
Plural συγκυροῦμεθα συγκύρεισθε συγκύρουνται
SubjunctiveSingular συγκύρωμαι συγκύρῃ συγκύρηται
Dual συγκύρησθον συγκύρησθον
Plural συγκυρώμεθα συγκύρησθε συγκύρωνται
OptativeSingular συγκυροίμην συγκύροιο συγκύροιτο
Dual συγκύροισθον συγκυροίσθην
Plural συγκυροίμεθα συγκύροισθε συγκύροιντο
ImperativeSingular συγκύρου συγκυρεῖσθω
Dual συγκύρεισθον συγκυρεῖσθων
Plural συγκύρεισθε συγκυρεῖσθων, συγκυρεῖσθωσαν
Infinitive συγκύρεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκυρουμενος συγκυρουμενου συγκυρουμενη συγκυρουμενης συγκυρουμενον συγκυρουμενου

Imperfect tense

Aorist tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συνέκυρσα συνέκυρσας συνέκυρσεν*
Dual συνεκύρσατον συνεκυρσάτην
Plural συνεκύρσαμεν συνεκύρσατε συνέκυρσαν
SubjunctiveSingular συγκύρσω συγκύρσῃς συγκύρσῃ
Dual συγκύρσητον συγκύρσητον
Plural συγκύρσωμεν συγκύρσητε συγκύρσωσιν*
OptativeSingular συγκύρσαιμι συγκύρσαις συγκύρσαι
Dual συγκύρσαιτον συγκυρσαίτην
Plural συγκύρσαιμεν συγκύρσαιτε συγκύρσαιεν
ImperativeSingular συγκύρσον συγκυρσάτω
Dual συγκύρσατον συγκυρσάτων
Plural συγκύρσατε συγκυρσάντων
Infinitive συγκύρσαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκυρσᾱς συγκυρσαντος συγκυρσᾱσα συγκυρσᾱσης συγκυρσαν συγκυρσαντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συνεκυρσάμην συνεκύρσω συνεκύρσατο
Dual συνεκύρσασθον συνεκυρσάσθην
Plural συνεκυρσάμεθα συνεκύρσασθε συνεκύρσαντο
SubjunctiveSingular συγκύρσωμαι συγκύρσῃ συγκύρσηται
Dual συγκύρσησθον συγκύρσησθον
Plural συγκυρσώμεθα συγκύρσησθε συγκύρσωνται
OptativeSingular συγκυρσαίμην συγκύρσαιο συγκύρσαιτο
Dual συγκύρσαισθον συγκυρσαίσθην
Plural συγκυρσαίμεθα συγκύρσαισθε συγκύρσαιντο
ImperativeSingular συγκύρσαι συγκυρσάσθω
Dual συγκύρσασθον συγκυρσάσθων
Plural συγκύρσασθε συγκυρσάσθων
Infinitive συγκύρσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκυρσαμενος συγκυρσαμενου συγκυρσαμενη συγκυρσαμενης συγκυρσαμενον συγκυρσαμενου

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to come together by chance

  2. by chance

  3. to happen

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION